Το blog μας

Αρθρογραφία γύρω απο τα πιο πρόσφατα φορολογικά ζητήματα

ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 2166 Κίνητρα ανάπτυξης επιχειρήσεων, διαρρυθμίσεις στην έμμεση και άμεση φορολογία και άλλες διατάξεις.

glasses ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 2166 Κίνητρα ανάπτυξης επιχειρήσεων, διαρρυθμίσεις στην έμμεση και άμεση φορολογία και άλλες διατάξεις.

[stm_sidebar sidebar=”527″][stm_post_details]ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 2166, Κίνητρα ανάπτυξης επιχειρήσεων, διαρρυθμίσεις στην έμμεση και άμεση φορολογία και άλλες διατάξεις.

(ΦΕΚ Α’ 137/24-08-1993)

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:1.Οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 5 του παρόντος εφαρμόζονται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α. Μετατροπής ή συγχώνευσης επιχειρήσεων εγκατεστημένων στην Ελλάδα οιασδήποτε μορφής, σε ημεδαπή ανώνυμη εταιρία ή εταιρία περιορισμένης ευθύνης.

β. Απορροφήσεως επιχειρήσεων οιασδήποτε μορφής από υφιστάμενη ημεδαπή ανώνυμη εταιρία ή εταιρία περιορισμένης ευθύνης.

γ. Συγχωνεύσεως ανωνύμων εταιριών κατά την έννοια των άρθρων 68 παρ.1 και 79 του κ.ν. 2190/1920.

δ. Διασπάσεως ανωνύμων εταιριών κατά την έννοια του άρθρου 81 παράγραφος 1 του κ.ν. 2190/1920 (ΦΕΚ 144 Α’), με την προϋπόθεση ότι οι διασπώμενες απορροφούνται από υφιστάμενες ανώνυμες εταιρείες.

ε. Εισφοράς από λειτουργούσα επιχείρηση ενός ή περισσότερων κλάδων ή τμημάτων της σε λειτουργούσα ανώνυμη εταιρία.

στ. Συγχώνευσης αστικών συνεταιρισμών του ν. 1667/1986 (ΦΕΚ 204 Α’) με σκοπό την ίδρυση νέου αστικού συνεταιρισμού του νόμου αυτού.

Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου η εταιρία που προκύπτει από το μετασχηματισμό θα αναφέρεται κατωτέρω ως «νέα εταιρία».

2.Οι μετασχηματιζόμενες επιχειρήσεις πρέπει να τηρούν βιβλία τρίτης (Γ) κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων Π.Δ.186/1992 (ΦΕΚ 84 Α’) και να έχουν συντάξει τουλάχιστον έναν ισολογισμό για δωδεκάμηνο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.1.Ο κατά τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου μετασχηματισμός, πραγματοποιείται κατά παρέκκλιση των διατάξεων του κ.ν.2190/1920 και ν.3190/1955 με ενοποίηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού των μετασχηματιζόμενων επιχειρήσεων, όπως αυτά εμφανίζονται σε ισολογισμούς αυτών συντασσόμενους για το σκοπό του μετασχηματισμού και μεταφέρονται ως στοιχεία ισολογισμού της νέας εταιρίας.

2 Ως εισφερόμενο κεφάλαιο θεωρείται το εταιρικό ή μετοχικό κεφάλαιο της μετασχηματιζόμενης ή το άθροισμα αυτών των κεφαλαίων, των μετασχηματιζόμενων επιχειρήσεων.

3.Εφόσον, μεταξύ των στοιχείων του παθητικού των μετασχηματιζόμενων επιχειρήσεων, υφίσταται υπόλοιπο ζημιών τρέχουσας ή προηγούμενων χρήσεων, τούτο εμφανίζεται σε ιδιαίτερο λογαριασμό στον ισολογισμό τους και στον ισολογισμό της νέας εταιρίας. Για το ποσό αυτό των ζημιών δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του ν. 2238/1994. Κατ’ εξαίρεση, οι επιχειρήσεις που ρύθμισαν τα χρέη τους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 44 του ν.1892/1990 μπορούν να μεταφέρουν εν όλω ή εν μέρει το υπόλοιπο του λογαριασμού ζημίες, το οποίο προκύπτει μετά το συμβιβασμό με τους πιστωτές τους και την επικύρωσή του από το Εφετείο, στο λογαριασμό 16.05 του Ελληνικού Γενικού Λογιστικού Σχεδίου (Ε.Γ.Λ.Σ.) ασωμάτων στοιχείων παγίου ενεργητικού. Η ύπαρξη υπολοίπου του παραπάνω λογαριασμού δεν επηρεάζει τη διανομή κερδών. Ειδικά για τη ζημία παρελθουσών χρήσεων της απορροφώσας ανώνυμης εταιρείας ή εταιρείας περιορισμένης ευθύνης εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του Κ.Φ.Ε..

4.Με αποφάσεις των εταίρων ή των γενικών συνελεύσεων των μετόχων των μετασχηματιζόμενων επιχειρήσεων μπορεί να καθορίζεται η σχέση συμμετοχής αυτών στο κεφάλαιο της νέας εταιρίας.

5.Το κεφάλαιο της νέας εταιρίας δεν μπορεί να είναι κατώτερο των εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών, προκειμένου για ανώνυμη εταιρία, και των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) δραχμών, προκειμένου για εταιρία περιορισμένης ευθύνης.

6.Όλες οι πράξεις, που διενεργούνται από τις μετασχηματιζόμενες επιχειρήσεις μετά την ημερομηνία του ισολογισμού μετασχηματισμού, θεωρούνται ως διενεργηθείσες για λογαριασμό της νέας εταιρείας και τα ποσά αυτών μεταφέρονται με συγκεντρωτική εγγραφή στα βιβλία της.

7.Εφόσον, μεταξύ των στοιχείων του ενεργητικού των μετασχηματιζομένων επιχειρήσεων υφίσταται λογαριασμός «απαιτήσεις από Κοινοπραξίες συμμετοχής» παρέχεται στις επιχειρήσεις αυτές η δυνατότητα για τις απαιτήσεις που αφορούν έργα, τα οποία έχουν περατωθεί μέχρι την αίτηση συγχωνεύσεως, να μεταφέρουν το λογαριασμό των απαιτήσεων αυτών στο λογαριασμό 16 του Ελληνικού Λογιστικού Σχεδίου (Ε.Γ.Λ.Σ.) ασωμάτων στοιχείων παγίου ενεργητικού σε νέα εταιρία, με απόσβεση τούτων τμηματικά και ισόποσα σε μια πενταετία (5ετία), χωρίς δικαίωμα έκπτωσης από τα ακαθάριστα έσοδα, ή συμψηφισμού με τα προκύπτοντα φορολογητέα κέρδη.1.Η κατά το άρθρο 1 του παρόντος νόμου σύμβαση, η εισφορά και η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων των μετασχηματιζόμενων επιχειρήσεων, κάθε σχετική πράξη ή συμφωνία που αφορά την εισφορά ή μεταβίβαση στοιχείων ενεργητικού ή παθητικού ή άλλων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, και κάθε εμπράγματου ή ενοχικού δικαιώματος, οι αποφάσεις των κατά νόμο οργάνων των μετασχηματιζόμενων εταιριών, η σχέση συμμετοχής στο κεφάλαιο της νέας εταιρίας, καθώς και κάθε άλλη συμφωνία ή πράξη που απαιτείται για το μετασχηματισμό ή τη σύσταση της νέας εταιρίας, η δημοσίευση αυτών στο Τεύχος Ανωνύμων Εταιριών της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως και η μεταγραφή των σχετικών πράξεων απαλλάσσονται από κάθε φόρο, τέλος χαρτοσήμου ή οποιουδήποτε άλλου τέλους υπέρ του Δημοσίου, ως και εισφοράς ή δικαιώματος υπέρ οποιουδήποτε τρίτου.

2.Προς το σκοπό διευκόλυνσης του μετασχηματισμού, οι προς μετασχηματισμό επιχειρήσεις μπορούν με αίτηση τους προς τον αρμόδιο για τη φορολογία τους προϊστάμενο Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) να ζητήσουν τη διενέργεια φορολογικού ελέγχου κατά τις ισχύουσες διατάξεις. Στην περίπτωση αυτή το αποτέλεσμα του ελέγχου πρέπει να κοινοποιηθεί στην αιτούσα, εντός τριμήνου από την ημερομηνία της αιτήσεως της. Η προθεσμία αυτή με αιτιολογημένη απόφαση του προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. και του αρμόδιου επιθεωρητή Δ.Ο.Υ. και για εξαιρετικούς λόγους μεγέθους επιχειρήσεως ή ελεγκτικών επαληθεύσεων, μπορεί να παραταθεί για άλλους τρεις μήνες ακόμα. Οι εκθέσεις ελέγχου φορολογίας εισοδήματος των φοροτεχνικών εμπειρογνωμόνων, που θα συνταγούν για καθεμία μετασχηματιζόμενη επιχείρηση, θα περιέχουν για το. σκοπό του μετασχηματισμού ειδικά κεφάλαιο περί του ύψους της λογιστικής αξίας των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης. Εάν δεν ζητηθεί η διενέργεια ελέγχου κατά τα ανωτέρω η διαπίστωση της λογιστικής αξίας των περιουσιακών στοιχείων των μετασχηματιζόμενων επιχειρήσεων ενεργείται από Ορκωτό Ελεγκτή ή από την κατά το άρθρο 9 του κωδ. ν. 2190/1920 προβλεπόμενη επιτροπή εμπειρογνωμόνων.

3.Σε περίπτωση μετασχηματισμού επιχειρήσεων με τις διατάξεις του παρόντος νόμου τα παρεχόμενα φορολογικά ευεργετήματα στις μετασχηματιζόμενες επιχειρήσεις από τους αναπτυξιακούς νόμους ν.δ. 4002/1959, ν. 289/1976, ν. 1262/1982. ν. 1828/1989. ν. 1882/1990 και ν. 1892/1990, ισχύουν και επί των προκυπτουσών κατά τα πιο πάνω νέων εταιριών, κατά το μέτρο που οι επιχειρήσεις αυτές δεν έκαναν χρήση των κινήτρων αυτών.

4.Οι αφορολόγητες κρατήσεις εκ των κερδών ή τα ειδικά αφορολόγητα αποθεματικό εκ των μη διανεμόμενων κερδών, που υφίστανται στις μετασχηματιζόμενες επιχειρήσεις, εφόσον μεταφέρονται και εμφανίζονται αυτούσια σε ειδικούς λογαριασμούς στη νέα εταιρεία, δεν υπόκεινται σε φορολογία κατά το χρόνο του μετασχηματισμού.1.Σε περίπτωση εισφοράς από λειτουργούσα ανώνυμη εταιρία ή εταιρία περιορισμένης ευθύνης ενός ή περισσότερων κλάδων αυτής σε λειτουργούσα ανώνυμη εταιρία, το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας που απορροφά τον κλάδο δεν μπορεί να είναι μικρότερο μετά την εισφορά από το προβλεπόμενο από την παράγραφο 5 του άρθρου 2 του παρόντος και το κεφάλαιο της εισφέρουσας τον κλάδο επιχείρησης δεν μπορεί να είναι μικρότερο μετά την εισφορά από το ελάχιστο όριο κεφαλαίου, που ορίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του κ.ν. 2190/1920, προκειμένου για ανώνυμες εταιρίες, και από την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του ν. 3190/1955, προκειμένου για εταιρίες περιορισμένης ευθύνης.

2.Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και σε περίπτωση εισφοράς ενός ή περισσότερων τμημάτων ανώνυμης εταιρίας σε άλλη λειτουργούσα ανώνυμη εταιρία.

3.Η πράξη με την οποία μία ανώνυμη εταιρεία χωρίς να λυθεί εισφέρει το σύνολο ή έναν ή περισσότερους κλάδους της δραστηριότητας της σε μίαν άλλη ανώνυμη εταιρεία έναντι μετοχών της λήπτριας εταιρείας δεν αποτελεί διάσπαση ανώνυμης εταιρείας και δεν διέπεται από τα άρθρα 81 έως 89 του κ.ν. 2190/1920.1.Κατά την εφαρμογή του παρόντος νόμου δεν θίγονται οι διατάξεις:

α) του άρθρου 51 παραγρ. 1, 2, 3, 5 και 7 και των άρθρων 53 έως 55 του ν.3190/1955 «περί εταιριών περιορισμένης ευθύνης» και

β) των παραγρ. 2, 3 κα 4 του άρθρου 8, του άρθρου 9 και των άρθρων 69 έως 89 του κ.ν.2190/1920 «περί ανωνύμων εταιριών, όπως ισχύουν, πλην των περιπτώσεων που ορίζονται ειδικά με τις διατάξεις του παρόντος.

2.Η ισχύς των διατάξεων του ν.δ.1297/1972 (ΦΕΚ 217 Α’) παρατείνεται από την ημερομηνία λήξεως της μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1996. Επιχειρήσεις, που είχαν υποβάλλει αιτήσεις μέχρι 31-12-1992 για υπαγωγή στις διατάξεις του νομοθετικού διατάγματος αυτού και δεν είχε περαιωθεί μέχρι την ημερομηνία αυτή η σχετική διαδικασία, δύνανται να την ολοκληρώσουν με τις διατάξεις του νόμου εκείνου ή με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

3.Κατά το χρόνο ισχύος του ν.δ.1297/1972 και προς το σκοπό μετασχηματισμού τους, οι επιχειρήσεις μπορούν να επιλέξουν ή τη διαδικασία μετασχηματισμού του νομοθετικού διατάγματος αυτού ή τη διαδικασία του παρόντος νόμου.1.Ο ειδικός φόρος τραπεζικών εργασιών, που επιβάλλεται στα έσοδα των τραπεζών που προβλέπει η διάταξη της περίπτωσης β’ του άρθρου 7 του ν.1676/1986 (ΦΕΚ 204 Α), μειώνεται κατά πενήντα τοις εκατό (50%).

Η ισχύς της παραγράφου αυτής αρχίζει από 1ης Ιανουαρίου 1994 και καταλαμβάνει περιπτώσεις για τις οποίες η φορολογική υποχρέωση γεννάται από την ημερομηνία αυτή.

2.Το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να αναλάβει την καταβολή των τόκων που προκύπτουν από την παροχή ανακυκλούμενης εξαγωγικής πίστωσης από Ελληνικά Πιστωτικά Ιδρύματα προς την Αλβανική Κεντρική Τράπεζα, για την εξόφληση των εξαγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών από ελληνικές επιχειρήσεις. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ανάλογη ρύθμιση μπορεί να ισχύσει και για παρόμοιες περιπτώσεις άλλων χωρών. Η ισχύς της παραγράφου αυτής αρχίζει από 24.12.1992.

3.Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του ν.1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α) προστίθεται περίπτωση ε’, η οποία έχει ως εξής:

«ε. Ειδικά για ανεγειρόμενα βιομηχανοστάσια και κτίρια, των οποίων οι εργασίες ανέγερσης διαρκούν πέραν της μίας διαχειριστικής περιόδου, παρέχεται η δυνατότητα σχηματισμού αφορολόγητης έκπτωσης από τα κέρδη της κάθε διαχειριστικής χρήσης για τις δαπάνες ανέγερσης που πραγματοποιούνται κάθε χρόνο με την προϋπόθεση ότι η επένδυση θα ολοκληρωθεί εντός πενταετίας από το χρόνο έναρξης αυτής».

4.Στο άρθρο 14 του ν. 1892/1990 προστίθεται παράγραφος 4, η οποία έχει ως εξής:

«4. Σε περίπτωση μη ολοκλήρωσης του ανεγειρόμενου βιομηχανοστασίου ή κτιρίου εντός της προθεσμίας που ορίζεται από τις διατάξεις της περίπτωσης ε’ της παραγράφου 1 του άρθρου 13, η επιχείρηση υποχρεούται στην υποβολή συμπληρωματικών δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος για κάθε οικονομικά έτος και για το μέρος των κερδών που απηλλάγησαν της φορολογίας λόγω σχηματισμού της αφορολόγητης έκπτωσης. Οι πιο πάνω δηλώσεις θεωρούνται εκπρόθεσμες και οι υπόχρεοι, που υποβάλλουν αυτές ή δεν υποβάλλουν ή υποβάλλουν ανακριβείς, υπόκεινται σε πρόσθετο φόρο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 67 του ν.δ. 3323/1955. Το συνολικό ποσό φόρου εισοδήματος και πρόσθετου φόρου, που οφείλεται με βάση τη δήλωση της παραγράφου αυτής, καταβάλλεται σε πέντε (5) ίσες μηνιαίες δόσεις από τις οποίες, η μεν πρώτη με την υποβολή της δήλωσης, οι δε υπόλοιπες τέσσερις, την τελευταία εργάσιμη ημέρα των τεσσάρων επόμενων από την υποβολή της δήλωσης μηνών».

5.Οι διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου έχουν εφαρμογή για βιομηχανοστάσια και κτίρια, των οποίων η ανέγερση άρχισε μέσα στη διαχειριστική χρήση 1992 (οικον.έτος 1993) και μετά.

6.Η προβλεπόμενη από την παράγραφο 4 του άρθρου ένατου του ν.1955/1991 (ΦΕΚ 112 Α’) απόσβεση κόστους κατασκευής του έργου, εξόδων εγκατάστασης και συναλλαγματικών διαφορών, μπορεί να αρχίσει από το έτος έναρξης κατασκευής του έργου.

7.Το άρθρο 18 του ν. 2019/1992 τροποποιείται ως εξής:

«Άρθρο 18

Η εξουσιοδότηση, που δίνεται με το άρθρο 1 παρ. 2 του αν. 747/1945 και του α.ν. 8/1967 στον Υπουργό Οικονομικών προς παροχή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, εκτείνεται και στην παροχή της εγγυήσεως αυτής και υπέρ ημεδαπών τραπεζών ή αλλοδαπών τραπεζικών εταιριών, που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα, για τις χορηγούμενες από αυτές πιστώσεις προς οιονδήποτε, στα πλαίσια των διευκολύνσεων, που παρέχει η Ελλάδα σε άλλες χώρες εκτός των Ευρωπαϊκών Οικονομικών Κοινοτήτων, είτε αυτές αφορούν εξαγωγές ελληνικών προϊόντων ή υπηρεσιών, είτε ρύθμιση διατραπεζικών συναλλαγών. Η εξουσιοδότηση του πρώτου εδαφίου του παρόντος στον Υπουργό Οικονομικών εκτείνεται και για την παροχή εγγυήσεως προς τα Ελληνικά Πιστωτικά Ιδρύματα για συναφθέντα ή συναφθησόμενα δάνεια προς την Παλαιστινιακή Εθνική Αρχή, που συνεστήθη από το Παλαιστινιακό Κεντρικό Συμβούλιο στη Σύνοδό του από 10-12/10/1993 στην Τυνίδα.»

8.Εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου, που χορηγήθηκαν κατά τα έτη 1987 και 1988 με υπογραφή του Υφυπουργού Οικονομικών και αφορούν ποσά άνω των 100 εκατομμυρίων δραχμών θεωρούνται εξαρχής ως εγκύρως χορηγηθείσες και δεσμεύουν κατά τας περί αυτών ισχύουσας διατάξεις το Ελληνικό Δημόσιο.1.Η περίπτωση στ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν.1892/1990 αντικαθίσταται αφότου ίσχυσε ως εξής:

«στ. Επιχειρήσεις αγροτικών ή αγροτοβιομηχανικών συνεταιρισμών για επενδύσεις σε μηχανικά μέσα σποράς, καλλιέργειας, εγκαταστάσεις και συστήματα άρδευσης, συγκομιδής και συσκευασίας αγροτικών προϊόντων».

2.Οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται ανάλογα και για τις επενδύσεις που έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 1262/1982 για τις οποίες μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος δεν έχει εκδοθεί η σχετική απόφαση ολοκλήρωσης.

3.Η διάταξη της περίπτωσης κε’ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν.1892/1990, όπως ισχύει, καταργείται και ως περίπτωση κε’ τίθεται νέα διάταξη ως εξής:

«κε. Νοσοκομεία και κλινικές για την ανέγερση, επέκταση και εκσυγχρονισμό των κτιριακών και λοιπών εγκαταστάσεων τους, καθώς και την αγορά και εγκατάσταση του ιατρικού, εργαστηριακού και λοιπού εξοπλισμού τους. Η διάταξη αυτή ισχύει, μόνο για την εφαρμογή του κινήτρου των αφορολόγητων εκπτώσεων των άρθρων 12, 13 και 14».

4.Στην παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ν.1892/1990, προστίθενται περιπτώσεις κστ’, κζ’ και κη’ ως εξής:

«κατ. Κέντρα αποθεραπείας και αποκατάστασης, όπως αυτά καθορίζονται με το άρθρο 10 του ν. 2072/1992 (ΦΕΚ 125 Α’). Επίσης, επιχειρήσεις με αντικείμενο την παροχή στέγης αυτόνομης διαβίωσης σε άτομα με ειδικές ανάγκες, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 30 του ίδιου ως άνω νόμου.»

«κζ. Εκπαιδευτήρια πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας γενικής ή τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης ως και Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης του ν. 2009/1992 που πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις συστάσεως και λειτουργίας τους, για την ανέγερση, επέκταση και εκσυγχρονισμό των κτιριακών και λοιπών εγκαταστάσεών τους, καθώς και την αγορά και εγκατάσταση του διδακτικού και λοιπού εξοπλισμού τους. Η διάταξη αυτή ισχύει μόνο για την εφαρμογή των αφορολόγητων εκπτώσεων των άρθρων 12, 13 και 14».

«κη. Εμπορικές επιχειρήσεις, ανεξάρτητα από το αντικείμενο εργασιών τους, για τις πραγματοποιούμενες . αυτές επενδύσεις, που αναφέρονται στο άρθρο 1. Η διάταξη αυτή ισχύει μόνο για την εφαρμογή του κινήτρου των αφορολόγητων εκπτώσεων των άρθρων 12, 13 και 14 και με τους όρους και προϋποθέσεις που ορίζονται σε αυτά. Για τις πραγματοποιούμενες επενδύσεις της περίπτωσης αυτής δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 1882/1990 (ΦΕΚ 43Α).»

5.Στην περίπτωση β» της παραγράφου 6 του άρθρου 6 του ν. 1892/1990, όπως ισχύει, προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Το παραπάνω χρηματικό ποσό κατά περίπτωση καταβάλλεται: α) Στον Ε.Ο.Μ.Μ.Ε.Χ. ή την Α.Τ.Ε. αντίστοιχα προκειμένου για επενδύσεις της αρμοδιότητας τους, τα δε εισπραττόμενα από τους φορείς αυτούς ποσά αποτελούν έσοδο για την κάλυψη μέρους των λειτουργικών δαπανών τους που προκύπτουν από την εφαρμογή των κινήτρων του ν. 1892/1990, β) στη Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.), προκειμένου για επενδύσεις αρμοδιότητας Υπουργείου, Εθνικής Οικονομίας (Κεντρικές και Περιφερειακές Υπηρεσίες) τα δε εισπραττόμενα ποσά αποτελούν έσοδο του Δημοσίου».

6.Στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 8 του άρθρου 6 του ν.1892/1990 προστίθεται πρόταση ως εξής:

«Με τις αποφάσεις αυτές μπορεί να εξαιρούνται από τα κίνητρα του νόμου τομείς ή κλάδοι οικονομικής δραστηριότητας.»

7.Τα όργανα ελέγχου επενδύσεων της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του ν.1892/1990 Θεωρείται ότι ουδέποτε καταργήθηκαν.

8.Η παράγραφος 6 του άρθρου 9 του ν.1892/1990, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:

«6. Επιχειρήσεις των περιπτώσεων ιθ’ και κστ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 2, που πραγματοποιούν επενδύσεις στις περιοχές Α και Β, υπάγονται στους όρους επιχορήγησης και επιδότησης επιτοκίου, αφορολόγητων εκπτώσεων και αυξημένων αποσβέσεων του παρόντος νόμου που ισχύουν για την περιοχή Γ.»

9.Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του ν.1892/1990 αντικαθίσταται αφότου ίσχυσε ως εξής:

«Προκειμένου για επενδύσεις που πραγματοποιούνται στους νομούς Έβρου, Ροδόπης και Ξάνθης η επιδότηση επιτοκίου παρέχεται από την ανάληψη δόσεων του δανείου και μέχρι δέκα (10) έτη κατ’ ανώτατο όριο. Σε περίπτωση κεφαλαιοποιήσεως τόκων της περιόδου χάριτος η επιδότηση καταβάλλεται στη δανειοδοτούσα τράπεζα για μείωση του δανείου που προήλθε από την κεφαλαιοποίηση».

10.Στο άρθρο 12 του ν.1892/1990, όπως ισχύει, προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:

«6. Στις επιχειρήσεις των περιπτώσεων κε’ και κζ της παραγράφου 1 του άρθρου 2, που πραγματοποιούν επενδύσεις στις περιοχές Α, Β και Γ, παρέχεται το ευεργέτημα των αφορολόγητων εκπτώσεων της περιοχής Γ. Για τις παραπάνω επενδύσεις που πραγματοποιούνται στην περιοχή Δ και στη Θράκη παρέχεται το ευεργέτημα των αφορολόγητων εκπτώσεων της περιοχής Δ και της Θράκης αντίστοιχα.»

11.Επενδύσεις που έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 1262/1982 των οποίων τα επενδυτικά έργα έχουν στο σύνολα τους πραγματοποιηθεί και η ίδια συμμετοχή του φορέα σε αυτές έχει στο σύνολο της δαπανηθεί, μέσα στις νόμιμες προθεσμίες ολοκλήρωσης σύμφωνα με πιστοποίηση των αρμόδιων οργάνων ελέγχου, πλην όμως, λόγω καθυστέρησης των τυπικών διαδικασιών, πραγματοποίησαν εκπρόθεσμα την απαιτούμενη από το νόμο αύξηση του εταιρικού τους κεφαλαίου, δύνανται να ολοκληρωθούν και τυπικά, εκδιδόμενης γι’ αυτές της σχετικής απόφασης οριστικοποίησης και ολοκλήρωσης τους.

12.Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6α του άρθρου 6 του ν. 1892/1990 αντικαθίσταται ως εξής:

«Οι αιτήσεις επιχειρήσεων για υπαγωγή επενδύσεων τους στον παρόντα νόμο υποβάλλονται στις κατά περίπτωση αρμόδιες υπηρεσίες ιδιωτικών Επενδύσεων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, στον Ε.Ο.Μ.ΜΕ.Χ. και στην Α,Τ.Ε. εις διπλούν, εντός των εργάσιμων ημερών των μηνών Ιανουαρίου. Μαΐου και Σεπτεμβρίου. Η διαδικασία εξέτασης και υπαγωγής των αιτήσεων ολοκληρώνεται μέχρι το τέλος του τετραμήνου, που ακολουθεί το μήνα μέσα στον οποίο υποβλήθηκαν».

13.Η ισχύς της διάταξης της προηγούμενης παραγράφου αρχίζει από την 1.1.1994.1.Στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν. 43/1975 «περί ιδρύσεως εθνικής βιομηχανίας αεροπορικού υλικού» προστίθεται εδάφιο δεύτερο ως εξής:

«Σκοπός επίσης της Εταιρίας είναι οι κατασκευές και η παροχή υπηρεσιών στον τομέα ηλεκτρονικών (τηλεπικοινωνίες- πληροφορική – συστήματα ελέγχου πυρός – αναμεταδότες τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών προγραμμάτων), σε παντός είδους κινητήρες (στρατιωτικούς και πολιτικούς), καθώς και στα παρελκόμενα αυτών, σε συστήματα ήπιων μορφών ενέργειας και σε οπλικά συστήματα παντός τύπου (εγκατεστημένα επί ιπτάμενων μέσων, εδάφους, πλοίων και παντός τύπου χερσαίων οχημάτων), και η παροχή επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης πάνω στα αντικείμενα δραστηριότητας της Εταιρίας. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, δημοσιευόμενη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, είναι δυνατόν να επεκτείνεται ο σκοπός της Εταιρίας και σε άλλες συναφείς δραστηριότητες.»

2.Οι ρυθμίσεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 25 του ν.1914/1990 (ΦΕΚ 178 Α’) δεν εφαρμόζονται υποχρεωτικώς, αλλά μόνο δυνητικώς, κατόπιν σχετικής ειδικής αποφάσεως της Δ.Ε.Α..

3.Η παράγραφος 1β’ εδάφιο πέμπτο του άρθρου 6 του ν. 2000/1991 τροποποιείται ως εξής:

«Για την εφαρμογή της διαδικασίας αυτής πρέπει πριν την υποβολή των δεσμευτικών προσφορών να έχει υποβληθεί αποτίμηση της επιχείρησης ή εκτίμηση των περιουσιακών στοιχείων αυτής από ανεξάρτητο χρηματοοικονομικό σύμβουλο, διάφορο του μεσολαβούντος στην πώληση.»

4.Στο τέλος του άρθρου 5 του ν. 2000/1991 όπως συμπληρώθηκε από το άρθρο 70 παράγραφος 1 του ν. 2065/1992 (ΦΕΚ 113 Α’) προστίθεται νέα παράγραφος 4, η οποία έχει ως εξής:

«4. Οι προσλαμβανόμενοι, κατά τις προηγούμενες παραγράφους ή κατά άλλο τρόπο κάθε ειδικότητος οίκοι συμβούλων ή ανάδοχοι εκδόσεως, έχουν κατά την εκτέλεση των βάσει της συμβάσεως τους με το Δημόσιο καθηκόντων, δικαίωμα άμεσης προσβάσεως χρήσεως λήψεως αντιγράφων όλων των αναγκαίων οικονομικών, λογιστικών, νομικών και λοιπών στοιχείων της επιχειρήσεως και έχουν εν γένει δικαιώματα ελέγχου αντίστοιχα προς εκείνα των Ορκωτών Ελεγκτών, εφαρμοζομένων των κυρώσεων των προβλεπομένων στην παράγραφο 12 του άρθρου 38 του ν. 2065/1992, όπως ισχύει».

5.Η παράγραφος 2 του άρθρου 28 του ν. 2075/1992 (ΦΕΚ 129 Α’) αντικαθίσταται ως εξής:

«2.Η Ε.Ε.Τ. εκδίδει μέχρι τέλους Αυγούστου 1993 άδεια αποκλειστικής παροχής υπηρεσιών σταθερής (φωνητικής) τηλεφωνίας στον Ο.Τ.Ε.. Στην άδεια ορίζονται και οι άλλες τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες, που παρέχονται από τον Ο.Τ.Ε. επί αποκλειστικής ή μη βάσεως, καθώς και οι όροι ασκήσεως των εκ της άδειας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σύμφωνα με τη νομοθεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Μέχρι την έκδοση της ως άνω άδειας, ο Ο.Τ.Ε. εξακολουθεί να παρέχει όλες τις από αυτόν διατιθέμενες τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες και να χρησιμοποιεί τις συχνότητες του ραδιοφάσματος στις οποίες εκπέμπει. Κατ’ εξαίρεση από τις διατάξεις του παρόντος νόμου και αποκλειστικά μέχρι την ημερομηνία συστάσεως της Ε.Ε.Τ. και συγκροτήσεως αυτής σε σώμα, οι Υπουργοί Εθνικής Οικονομίας και Μεταφορών και Επικοινωνιών με κοινή απόφαση τους εκδίδουν την ως άνω άδεια του Ο.Τ.Ε. με τους ίδιους κατά το παρόν άρθρο όρους, εφόσον παρίσταται ανάγκη άμεσης εκδόσεως της άδειας του Ο.Τ.Ε..»

6.Στον όγδοο στίχο της παραγράφου 2 του άρθρου 29 του ν. 2075/1992 η πρόταση » αποκλειστικά σε ιδιωτικούς φορείς» γίνεται «σε φορείς» απαλειφομένων των λέξεων «αποκλειστικά» και «ιδιωτικούς».

7.Το άρθρο 7 του ν. 87/1975 (ΦΕΚ 152 Α’) καταργείται.

8.α. Η περίπτωση δ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 2000/1991 (ΦΕΚ 206 Α) αντικαθίσταται ως εξής:

«Πώληση στοιχείων ενεργητικού ή και παθητικού, μεμονωμένων ή λειτουργικών συνόλων».

β. Στην περίπτωση ε’ της ίδιας παραγράφου του άρθρου 5 διαγράφονται οι λέξεις «σε ιδιώτες» από τον πρώτο στίχο και οι λέξεις «περιουσιακών» και «του φορέα» από το δεύτερο στίχο.

γ. Η περίπτωση ζ’ της ίδιας παραγράφου του άρθρου 5 του ν. 2000/91 καταργείται.

δ. Από τον πρώτο στίχο της περίπτωσης στ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν.2000/1991 (ΦΕΚ 206 Α’) απαλείφονται οι λέξεις: «σε ιδιώτες» και «της επιχείρησης».

ε. Η περίπτωση α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 2000/1991 (ΦΕΚ 206 Α)’ καταργείται.

στ. Στον πρώτο στίχο της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν.2000/1991 (ΦΕΚ 206 Α’) μεταξύ των λέξεων «του συνόλου» και «των μετοχών» προστίθενται οι λέξεις «ημέρους», ενώ απαλείφονται οι λέξεις «σε ιδιώτες» και η φράση «ή του πακέτου της πλειοψηφίας των μετοχών».

ζ. Από τον πρώτο στίχο της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 2000/1991 (ΦΕΚ 206 Α’) απαλείφονται οι λέξεις «σε ιδιώτες».

9.Στην παράγραφο 3 του άρθρου 5 του ν. 2000/1991, όπως αυτή προσετέθη με το άρθρο 70 του ν. 2065/1992, προστίθεται στο τέλος της δεύτερης προτάσεως η ακόλουθη φράση:

«Περιλαμβανομένων των συμβούλων και αναδόχων εκδόσεως μετοχών».

10.Στην παράγραφο 12 του άρθρου 38 του ν. 2065/1992 (ΦΕΚ 113 Α’). στο πρώτο εδάφιο οι λέξεις «γενικούς διευθυντές ή διευθυντές» αντικαθίστανται με τις λέξεις «γενικούς διευθυντές και στο προσωπικό κάθε βαθμίδας και κάθε ειδικότητας».

11.Οι επιχειρήσεις, οι οποίες εγκαθιστούν γραφεία στην Ελλάδα βάσει των α.ν. 89/1967, αν. 378/1968 και του ν. 814/1978, απαλλάσσονται από την υποχρέωση ασφάλισης του αλλοδαπού προσωπικού τους στο Ι.Κ.Α., Ν.Α.Τ., Τ.Α.Ν.Π.Υ. ή σε άλλο δημόσιο ασφαλιστικό φορέα, ή Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης στην Ελλάδα, για όλο το διάστημα που ισχύει η άδεια εργασίας και παραμονής τούτου, με την εξαίρεση του αλλοδαπού προσωπικού, που προέρχεται από χώρες της Ε.Ο.Κ. καθώς και από χώρες από τις οποίες αναγνωρίζεται ο εν Ελλάδι χρόνος ασφάλισης Βάσει διμερών συμβάσεων κοινωνικής ασφάλισης μεταξύ των χωρών αυτών και της Ελλάδας. Η παραπάνω απαλλαγή ισχύει και για τις εταιρίες που έχουν ήδη εγκατασταθεί και λειτουργούν στην Ελλάδα με το καθεστώς των ανωτέρω νόμων.

12…………………

13…………………

14…………………

15…………………

16…………………

17.Στη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 32 του ν. 2008/1992 συμπεριλαμβάνονται και οι Ανώνυμες Γεωργικές Εταιρίες λαϊκής βάσης που έχουν κάθετη οργάνωση της παραγωγής και που το μετοχικό τους κεφάλαιο είναι σε ονομαστικές μετοχές και ο κάθε μέτοχος δεν δικαιούται να αποκτήσει μετοχές πάνω από το ένα τοις εκατό (1%) του μετοχικού κεφαλαίου. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 32 του ν. 2008/1992.

18.Επιτρέπεται στο Τ.Ε.Ε. η διαχείριση κοινοτικών προγραμμάτων ή με τη συμμετοχή με άλλα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ιδρύματα, διαχείριση κοινοτικών προγραμμάτων. Η διαχείριση αυτή υπάγεται στην εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργείου Οικονομικών κατά τα οριζόμενα με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και των αρμόδιων κοινοτικών οργάνων.Το άρθρο 76 του ν.1969/1991 (ΦΕΚ 167 Α) αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 76

1.Συνιστάται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με έδρα την πόλη των Αθηνών και υπό την επωνυμία «Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς», εποπτευόμενο από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας.

2.Στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ανατίθεται ο έλεγχος της εφαρμογής των διατάξεων της νομοθεσίας περί κεφαλαιαγοράς.

3.Στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς που συνιστάται με την παράγραφο 1 περιέρχονται όλες οι αρμοδιότητες που η κείμενη νομοθεσία έχει απονείμει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η οποία είχε αρχικά συσταθεί με το άρθρο 12 του αν.148/1967 (ΦΕΚ 173 Α’) όπως ισχύει.

4.Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς καθορίζει με αποφάσεις της τις περιπτώσεις επιβολής τακτικών ή εκτάκτων ελέγχων, τη διαδικασία και τα όργανα διεξαγωγής των ελέγχων αυτών και υποχρεώνει τα ελεγχόμενα φυσικά ή νομικά πρόσωπα να υποβάλλουν, περιοδικώς ή κατά περίπτωση, σε αυτήν ή στα όργανα ελέγχου στοιχεία αναγκαία νια την άσκηση του ελέγχου.

5.Τα κατά την προηγούμενη παράγραφο όργανα δικαιούνται να ελέγχουν, στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος νόμου, τα βιβλία και στοιχεία των επιχειρήσεων: α) οι οποίες έχουν τεθεί, με διάταξη νόμου, υπό τον έλεγχο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, β) των οποίων συγκεκριμένη δραστηριότητα, προϋποθέτει άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και γ) οι οποίες παρέχουν στο κοινό υπηρεσίες συμβούλου επενδύσεων.

6.Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας μπορεί να ορισθεί ότι οι αρμοδιότητες που η κείμενη νομοθεσία περί χρηματιστηρίων παρέχει στον «(Γενικό) Κυβερνητικό Επόπτη» ή «Κυβερνητικό Επίτροπο» ή «Κυβερνητικό Εκπρόσωπο» μεταφέρονται, εν όλω ή εν μέρει, στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

7.Ο κανονισμός εποπτείας, που προβλέπεται από την παράγραφο 4 του άρθρου 1 του ν. 1806/1988 (ΦΕΚ 207 Α’). καταρτίζεται και τροποποιείται με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

8.Μέλη του διοικητικού συμβουλίου, διευθυντές και υπάλληλοι νομικών προσώπων, χρηματιστηριακοί εκπρόσωποι και χρηματιστές που εν γνώσει τους υποβάλλουν ψευδή ή ανακριβή στοιχεία στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή παραλείπουν την υποβολή στοιχείων ή παρεμποδίζουν με οποιονδήποτε τρόπο τη διενέργεια ελέγχου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή δημοσιεύουν ψευδή ή ανακριβή οικονομικά στοιχεία για την επιχείρηση τους τιμωρούνται με φυλάκιση και χρηματική ποινή μέχρι πενήντα εκατομμύρια δραχμές.

9.Η ποινική δίωξη στις περιπτώσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 10 του ν. 876/1979. των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 30 του ν. 1806/1988. του άρθρου 14, της παραγράφου 1 του άρθρου 72, της παραγράφου 1 του άρθρου 73, των παραγράφων 15, 16 και 17 του άρθρου 77 του παρόντος νόμου και της παραγράφου 8 του παρόντος άρθρου ασκείται ύστερα από έγκληση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

10.Με την επιφύλαξη της εφαρμογής των οικείων ποινικών διατάξεων, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει την αρμοδιότητα να επιβάλλει πρόστιμο μέχρι ύψους εκατό εκατομμυρίων δραχμών σε επιχειρήσεις που παραβαίνουν διατάξεις της νομοθεσίας περί κεφαλαιαγοράς ή αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

11.Οι προβλεπόμενες από την κείμενη νομοθεσία άδειες ή εγκρίσεις που χορηγούνται σε διεθνείς χρηματοδοτικούς οργανισμούς για την έκδοση στην Ελλάδα ομολογιών και γενικώς την άντληση κεφαλαίων από την ελληνική κεφαλαιαγορά παρέχονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.»Το άρθρο 77 του ν.1969/1991 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 77

1.Οι κατά την κείμενη νομοθεσία αρμοδιότητες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ασκούνται από τα εξής όργανα: επταμελές Διοικητικό Συμβούλιο και τριμελή Εκτελεστική Επιτροπή.

2.Το Διοικητικό Συμβούλιο αποτελείται από τον Πρόεδρο, δύο Αντιπροέδρους (Α και β) και τέσσερα (4) μέλη.

3.Ο Πρόεδρος και οι δύο Αντιπρόεδροι διορίζονται από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας.

Τα λοιπά τέσσερα μέλη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς εκλέγονται από κατάλογο δώδεκα (12) υποψηφίων που υποβάλλεται από κοινού από την Τράπεζα της Ελλάδος, το Διοικητικό Συμβούλιο του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, την Ένωση Θεσμικών Επενδυτών και το Σύνδεσμο Ελληνικών Βιομηχανιών και διορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας.

4.Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου πρέπει να είναι πρόσωπα αναγνωρισμένου κύρους και να διαθέτουν ειδικές γνώσεις και εμπειρία σε θέματα Κεφαλαιαγοράς. Ο Πρόεδρος και οι δύο Αντιπρόεδροι είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, οι δε αποδοχές τους καθορίζονται από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων, ο οποίος καθορίζει επίσης τις αμοιβές των λοιπών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας μπορούν να καταβάλλονται έξοδα κινήσεως ή παραστάσεως στα μέλη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

Μέλη του διδακτικού προσωπικού οικονομικών Πανεπιστημίων ή νομικών και οικονομικών τμημάτων των Πανεπιστημίων, εφόσον διοριστούν στην Εκτελεστική Επιτροπή ή και στο Διοικητικό Συμβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς δικαιούνται να εκτελούν συγχρόνως και τα καθήκοντα που απορρέουν από την Πανεπιστημιακή τους θέση.

5.Οι οργανισμοί οι αναφερόμενοι ανωτέρω στην παράγραφο 3 οφείλουν, εντός μηνός αφότου λάβουν το σχετικό έγγραφο του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, να υποβάλουν το σχετικό κατάλογο. Σε περίπτωση μη τηρήσεως της προθεσμίας, ο διορισμός των μελών γίνεται από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας.

6.Η θητεία του Διοικητικού Συμβουλίου είναι πενταετής. Ο Πρόεδρος και οι δύο Αντιπρόεδροι μπορούν να αναδιορίζονται, αλλά η συνολική θητεία καθενός δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα δέκα έτη. Τα λοιπά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου αναδιορίζονται ελευθέρως.

7.Αν για οποιονδήποτε λόγο κενωθεί θέση μέλους συντάσσεται με την ίδια διαδικασία νέος κατάλογος για την πλήρωση της θέσεως. Στην περίπτωση αυτήν ως χρόνος θητείας ορίζεται το υπόλοιπο της θητείας του μέλους που κατείχε την κενωθείσα θέση.

8.Ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας δύναται να ανακαλέσει το διορισμό μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, αν συντρέξει σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα ή καταδίκη για αδίκημα που αποτελεί κώλυμα διορισμού σε δημόσια θέση.

9.Το Διοικητικό Συμβούλιο συγκαλείται τουλάχιστον δις μηνιαίως από τον Πρόεδρο και συνεδριάζει εφόσον παρίστανται αυτοπροσώπως τέσσερα τουλάχιστο μέλη, οι δε αποφάσεις αυτού λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία των παρόντων. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η απόφαση υπέρ της οποίας τάσσεται ο Πρόεδρος.

10.Η Εκτελεστική Επιτροπή αποτελείται από τον Πρόεδρο και τους δύο Αντιπροέδρους του Διοικητικού Συμβουλίου.

11.Η Εκτελεστική Επιτροπή συγκαλείται από τον Πρόεδρο και συνεδριάζει τουλάχιστον άπαξ εβδομαδιαίως, εφόσον παρίστανται αυτοπροσώπως δύο τουλάχιστον από τα μέλη της. Οι αποφάσεις της Εκτελεστικής Επιτροπής λαμβάνονται με δύο τουλάχιστο θετικές ψήφους. Σε περίπτωση ισοψηφίας, το θέμα παραπέμπεται στο Διοικητικό Συμβούλιο.

12.Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου απαγορεύεται να συμμετέχουν άμεσα ή έμμεσα σε οποιοδήποτε ενέργεια ή συναλλαγή που αφορά αντικείμενο που τελεί υπό τον κατά νόμον έλεγχο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Σε περίπτωση παράβασης, ανεξαρτήτως, πειθαρχικών ή ποινικών συνεπειών, ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας ανακαλεί το διορισμό του παραβάτη.

13.Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δεν συμμετέχουν στη συζήτηση και λήψη αποφάσεων από το Διοικητικό Συμβούλιο ή την Εκτελεστική Επιτροπή για θέματα που αφορούν φυσικά πρόσωπα με τα οποία είναι σύζυγοι ή συγγενείς μέχρι και του τρίτου βαθμού ή νομικά πρόσωπα με τα οποία τελούν σε σχέση εργασίας, εντολής ή άλλη παρόμοια ή στο μετοχικό κεφάλαιο των οποίων συμμετέχουν άμεσα ή έμμεσα. Η παράβαση του προηγούμενου εδαφίου δεν επιφέρει ακυρότητα της απόφασης, αλλά συνεπάγεται πειθαρχική και τυχόν ποινική ευθύνη του παραβάτη, ο δε Υπουργός Εθνικής Οικονομίας δύναται, ανεξαρτήτως των προηγουμένων, να ανακαλέσει το διορισμό του μέλους αυτού.

14.Ο Πρόεδρος και οι δύο Αντιπρόεδροι κατά τη διάρκεια της θητείας τους δεν επιτρέπεται να συμμετέχουν στην ίδρυση ή στο μετοχικό κεφάλαιο ή σε διοικητικό όργανο επιχειρήσεως που τελεί υπό τον κατά νόμον έλεγχο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Σε περίπτωση παράβασης, ανεξαρτήτως πειθαρχικών ή ποινικών συνεπειών, ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας δύναται να ανακαλέσει το διορισμό του παραβάτη.

15.Με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος, έχοντας αποκτήσει γνώση εμπιστευτικών πληροφοριών για επιχείρηση με αφορμή μόνιμη ή πρόσκαιρη παροχή υπηρεσιών με οποιαδήποτε ιδιότητα προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. χρησιμοποιεί τις πληροφορίες αυτές, είτε ο ίδιος είτε μέσω άλλου προσώπου και αγοράζει ή πωλεί χρηματιστηριακές ή μη κινητές αξίες της επιχειρήσεως αυτής για να επιτύχει σημαντικό περιουσιακό όφελος για τον εαυτό του ή τρίτον, ή να επιφέρει σημαντική περιουσιακή ζημία σε τρίτον.

16.Με τις ποινές της προηγούμενης παραγράφου 15 τιμωρείται όποιος αποκτά άμεσα ή έμμεσα γνώση εμπιστευτικών πληροφοριών για επιχείρηση από πρόσωπα που είχαν αποκτήσει, κατά τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο 15. γνώση των πληροφοριών και τις χρησιμοποιεί εν γνώσει του γεγονότος ότι οι πληροφορίες είναι εμπιστευτικές, είτε ο ίδιος είτε μέσω άλλου προσώπου, και αγοράζει ή πωλεί χρηματιστηριακές ή μη αξίες της επιχειρήσεως αυτής για να επιτύχει σημαντικό περιουσιακό όφελος για τον εαυτό του ή τρίτον ή να επιφέρει σημαντική περιουσιακή ζημία σε τρίτον.

17.Με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος, έχοντας αποκτήσει γνώση εμπιστευτικών πληροφοριών για επιχείρηση με αφορμή μόνιμη ή πρόσκαιρη παροχή υπηρεσιών με οποιαδήποτε ιδιότητα προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, καθιστά γνωστές τις πληροφορίες αυτές σε άλλον, εκτός αν αυτό επιτρέπεται από διάταξη νόμου ή συντελείται στο πλαίσιο εκτελέσεως των καθηκόντων του.

18.Ο εμπιστευτικός χαρακτήρας της πληροφορίας κατά τις ανωτέρω παραγράφους 15, 16 και 17, είτε οι αξίες που αγοράζονται ή πωλούνται είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε χρηματιστηριακή αγορά είτε όχι, κρίνεται σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 30 του ν.1806/1988, όπως ισχύει.»Το άρθρο 78 του ν. 1969/1991 συμπληρούται ως εξής:

Στο άρθρο 78 του ν. 1969/1991 (ΦΕΚ 167 Α’) «Εταιρείες Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου, Αμοιβαία Κεφάλαια και λοιπές διατάξεις εκσυγχρονισμού και εξυγίανσης της Κεφαλαιαγοράς το ήδη υπάρχον κείμενο ορίζεται ως παράγραφος 1 και προστίθενται παράγραφοι 2, 3 και 4 οι οποίες ορίζουν τα εξής:

«2. Οι κατά νόμο αρμοδιότητες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ασκούνται από το Διοικητικό Συμβούλιο.

3.Το Διοικητικά Συμβούλιο δύναται να παραχωρεί αρμοδιότητες στην Εκτελεστική Επιτροπή, πλην των κατωτέρω:

α. Καθορισμό του, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 2 του ν. 1806/1988 (ΦΕΚ 207 Α’), άπως ισχύει σήμερα, ανώτατου αριθμού των μελών του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών και των κατά την παρ. 4 του άρθρου 10 του ίδιου ως άνω νόμου κριτηρίων που αφορούν την επαγγελματική καταλληλότητα και εμπειρία των υποψήφιων χρηματιστηριακών εκπροσώπων ή χρηματιστών, εξειδίκευση των κατά την παρ. 1 του άρθρου 4 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως ισχύει, κριτηρίων για τη χορήγηση άδειας συστάσεως Χρηματιστηριακής Εταιρείας και των κατά το άρθρο 2 παρ. 2 και το άρθρο 27 παρ. 2 του παρόντος νόμου κριτηρίων για τη χορήγηση άδειας συστάσεως εταιρείας επενδύσεων χαρτοφυλακίου και εταιρείας διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων, αύξηση του, κατά τα άρθρα 1 παρ. 2 και 26 παρ. 2 του παρόντος νόμου, ελάχιστου ύψους του μετοχικού κεφαλαίου των εταιρειών επενδύσεων χαρτοφυλακίου και εταιρειών διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων, αναπροσαρμογή του κατά το άρθρο 17 παρ. 2α του παρόντος νόμου, ελάχιστου ύψους του ενεργητικού κάθε συγκροτούμενου αμοιβαίου κεφαλαίου και καθορισμός νέων χρηματιστηριακών πραγμάτων κατά το άρθρο 70 του παρόντος νόμου, καθορισμό των κριτηρίων και των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούν οι Α.Ε. Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων και ο θεματοφύλακας των στοιχείων του ενεργητικού του αμοιβαίου κεφαλαίου για τη διασφάλιση του συμφέροντος των μεριδούχων, καθορισμό των μέσων και τεχνικών που μπορεί να χρησιμοποιεί η Α.Ε. Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων, με αντικείμενο κινητές αξίες, για την αποτελεσματική διαχείριση του χαρτοφυλακίου των αμοιβαίων κεφαλαίων και για την κάλυψη συναλλαγματικών κινδύνων στα πλαίσια της διαχείρισης αυτής και καθορισμό των όρων και προϋποθέσεων που πρέπει να τηρούνται για τη σύναψη δανείων αντιστήριξης (BACK TO BACK) σε ξένο νόμισμα από Α.Ε. Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων.

β. Χορήγηση των προβλεπόμενων από την κείμενη νομοθεσία αδειών λειτουργίας χρηματιστηριακών εταιρειών, εταιρειών επενδύσεων χαρτοφυλακίου και εταιρειών διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων και ανάκληση των αδειών αυτών σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο νόμο, απόφαση της κατ’ άρθρο 3 περίπτωση 1.3 τελευταίο εδάφιο του π.δ. 350/1985 (ΦΕΚ 126 Α’) εισαγωγής μετοχών και ομολογιών στο Χρηματιστήριο, απόφαση της προβλεπόμενης από τη νομοθεσία περί χρηματιστηρίων διαγραφής εταιρειών και κινητών αξιών από το Χρηματιστήριο, διορισμός των χρηματιστών κατά το άρθρο 10 του ν. 1806/1988, έγκριση του διορισμού χρηματιστηριακού εκπροσώπου κατά το άρθρο 6 του ίδιου νόμου και ανάκληση τέτοιας έγκρισης κατά το άρθρο 60 παρ. 2 του παρόντος νόμου και λήψη των προβλεπόμενων στο άρθρο 15 του παρόντος νόμου αποφάσεων.

γ. Διατύπωση προς τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας των προβλεπόμενων από την κείμενη νομοθεσία γνωμών, προτάσεων ή εισηγήσεων, όπου για την έκδοση αποφάσεως από τον άνω Υπουργό προαπαιτείται γνώμη, πρόταση ή εισήγηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

δ. Διατύπωση των προβλεπόμενων από την περίπτωση γ’ της παρ. 2 του άρθρου 12 του α.ν. 148/1967, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του ν. 316/1976, γνωμοδοτήσεων.

ε. Κατάρτιση και τροποποίηση του προβλεπόμενου από την παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 1806/1988 σε συνδυασμό με την παρ. 7 του άρθρου 76 του παρόντος νόμου, κανονισμού εποπτείας.

στ. Έκδοση αποφάσεων κατά την παρ. 4 του άρθρου 76 του παρόντος νόμου.

ζ. Επιβολή των προβλεπόμενων από την κείμενη νομοθεσία προστίμων πειθαρχικών ποινών και λοιπών διοικητικών κυρώσεων, όπου προβλέπεται τέτοια αρμοδιότητα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

η. Απόφαση υποβολής αίτησης – έγκλησης για έναρξη ποινικής δίωξης όπου απαιτεί ο νόμος τέτοια αίτηση.

4.Η εκτελεστική Επιτροπή έχει την αρμοδιότητα της εκτελέσεως των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου.»1.Το Διοικητικό Συμβούλιο που έχει διορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 77 του ν.1969/1991, όπως ισχύει, ασκεί όλες τις αρμοδιότητες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που προβλέπει ο νόμος έως ότου διορισθεί Διοικητικό Συμβούλιο και Εκτελεστική Επιτροπή σύμφωνα με τον παρόντα νόμο.

2.Οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 81 του ν. 1969/1991 καταργούνται.

3.Η παράγραφος 3 του άρθρου 4 του α.ν.148/1967, όπως ισχύει, καταργείται.

4.Το εδάφιο δ’ του άρθρου 79 του ν.1969/1991 αντικαθίσταται ως εξής:

«δ. Επιδότηση από τον Τακτικό Προϋπολογισμό, εφόσον τα ανωτέρω δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών.»

5.Τα επιβαλλόμενα από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς πρόστιμα περιέρχονται στο Δημόσιο και εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις για την είσπραξη δημοσίων εσόδων.

1.Η εσωτερική οργάνωση και η διοίκηση του Ν.Π.Δ.Δ. της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς θα ρυθμιστούν με νόμο.

2.Οι κανονιστικού περιεχομένου αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και ισχύουν από την έκδοσή τους εφόσον τούτο ρητά ορίζεται σ’ αυτές. Δεν απαιτείται δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως των ατομικού περιεχομένου αποφάσεων των παραπάνω οργάνων, οι οποίες ισχύουν από την έκδοσή τους.

3.Μέχρι της εκδόσεως του νόμου που προβλέπεται στην παράγραφο 1:

(α) Οι εποπτικές, λειτουργικές, ελεγκτικές, νομικές και ερευνητικές δραστηριότητες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, από 3 Φεβρουαρίου 1994, θα υποστηρίζονται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας ορίζονται οι υπάλληλοι, από τους υπηρετούντες στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, στους οποίους αναθέτονται καθήκοντα υποστήριξης των εργασιών της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κατά το ανωτέρω χρονικά διάστημα. Η διαπίστωση του χρόνου λήψεως της ως άνω υποστήριξης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας.

(β) Το έσοδα που προκύπτουν από την εφαρμογή του άρθρου 79 του ν. 1969/1991 (ΦΕΚ 167 Α’), όπως ισχύει, κατατίθενται σε ειδικό λογαριασμό στην Τράπεζα της Ελλάδος. Εφόσον οι πόροι της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών του προϋπολογισμού της, περιλαμβανομένων και των δαπανών της για πάγια και πάσης φύσεως εξοπλισμό, το τυχόν προκύπτον κατά την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους πλεόνασμα κατά τα ανωτέρω αποδίδεται στο Ελληνικό Δημόσιο. Κατά την πρώτη εφαρμογή της παρούσας διάταξης, το τυχόν πλεόνασμα αποτελείται από τη διαφορά των συνολικών εσόδων μείον τις συνολικές δαπάνες, όπως αυτά προκύπτουν μετά την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος νόμου.1.Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του ν. 1969/1991 αντικαθίσταται ως εξής:

«Η αποτίμηση της αξίας των ως άνω κινητών αξιών, καθώς και των κινητών και ακινήτων πραγμάτων, που εισφέρονται στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας επενδύσεων χαρτοφυλακίου, γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 9 του κ, ν. 2190/1920, εφαρμοζομένων ως προς τις κινητές αξίες αναλόγως των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 4.»

2.Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του ν. 1969/1991 αντικαθίσταται ως εξής:

Ή Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να παράσχει στην εταιρία επενδύσεων χαρτοφυλακίου, εφάπαξ ή επανειλημμένα, παράταση της προθεσμίας της παραγράφου 1 για την υποβολή αιτήσεως εισαγωγής των μετοχών της στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, σε περίπτωση ανωτέρας βίας, καθώς και σε περίπτωση που κρίνει ότι οι συνθήκες της αγοράς θέτουν σε κίνδυνο την κάλυψη της αυξήσεως του κεφαλαίου και την πραγματοποίηση της απαιτούμενης διασποράς των μετοχών. Αν η προσήκουσα αίτηση εισαγωγής των μετοχών της εταιρίας επενδύσεων χαρτοφυλακίου στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών δεν υποβληθεί μέσα και σε αυτήν την προθεσμία, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ανακαλεί την άδεια λειτουργίας της και η εταιρία επενδύσεων χαρτοφυλακίου τίθεται σε εκκαθάριση.»

3.Η παράγραφος 1 του άρθρου 4 του ν. 1969/1991 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Τα διαθέσιμα των εταιριών επενδύσεων χαρτοφυλακίου τοποθετούνται αποκλειστικά:

α. Σε κινητές αξίες εισηγμένες στην κύρια και παράλληλη αγορά χρηματιστηρίου αξιών κράτους-μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

β. Σε κινητές αξίες που διαπραγματεύονται σε άλλη εποπτευόμενη αγορά κράτους-μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εφόσον η αγορά αυτή λειτουργεί κανονικά, είναι αναγνωρισμένη και ανοικτή στο κοινά.

γ. Σε κινητές αξίες εισηγμένες στην κύρια ή παράλληλη αγορά χρηματιστηρίου αξιών κράτους μη μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή σε κινητές αξίες που διαπραγματεύονται σε άλλη αγορά κρότους μη μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εφόσον η αγορά αυτή πληροί τις προϋποθέσεις του ως άνω εδαφίου β’. Τα χρηματιστήρια αξιών και οι αγορές αυτού του εδαφίου ορίζονται εκάστοτε με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, μετά από γνώμη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

δ. Σε τίτλους μεριδίων ελληνικών αμοιβαίων κεφαλαίων, σε τίτλους μεριδίων κοινοτικών αμοιβαίων κεφαλαίων που πληρούν τις προϋποθέσεις της οδηγίας της ΕΟΚ- 85/611 Ε.Ο.Κ. (Ε.Ε.Ε.Ο.Κ. 1575/31.12.1985) και σε τίτλους μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων τρίτου, εκτός Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κράτους, που πληρούν τις προϋποθέσεις της πιο πάνω Οδηγίας.

ε. Σε νεοεκδιδόμενες κινητές αξίες υπό τους εξής όρους:

αα. Η έκδοση τους περιλαμβάνει υποχρέωση εισαγωγής τους εντός ενός έτους το αργότερο σε χρηματιστήρια και αγορές των περιπτώσεων α’, β’ και γ’ αυτής της παραγράφου.

ββ. Σε περίπτωση κατά την οποία οι νεοεκδιδόμενες αξίες αφορούν κάλυψη μετοχικού κεφαλαίου ανώνυμης εταιρίας με δημόσια εγγραφή, σύμφωνα με το άρθρο 8α του κ.ν. 2190/1920 «περί ανωνύμων εταιριών», η εταιρία επενδύσεων χαρτοφυλακίου δύναται να συνάπτει με τον ανάδοχο της ως άνω εκδόσεως σύμβαση για τη συμμετοχή της στη δημόσια εγγραφή, υπό την επιφύλαξη της υποπεριπτώσεως αα’ της περιπτώσεως ε’ αυτής της παραγράφου.

στ. Σε άλλες κινητές αξίες, μέχρι ποσού που, κατά την τοποθέτηση, δεν υπερβαίνει το ένα δέκατο των ιδίων κεφαλαίων της εταιρίας επενδύσεως χαρτοφυλακίου, ύστερα από ειδική άδεια της επιτροπής κεφαλαιαγοράς.

ζ. Σε κινητά και ακίνητα πράγματα που εξυπηρετούν τις άμεσες λειτουργικές της ανάγκες, μέχρι ποσού που δεν υπερβαίνει το ένα δέκατο των ιδίων κεφαλαίων της.

η. Σε μετρητά και τραπεζικές καταθέσεις».

4.Η παράγραφος 2 του όρθρου 4 του ν. 1969/1991 αντικαθίσταται ως εξής:

‘2. Η αποτίμηση της αξίας των ως άνω κινητών αξιών στο τέλος κάθε χρήσης γίνεται στη χαμηλότερη τιμή μεταξύ της τιμής κτήσης του συνολικού χαρτοφυλακίου των κινητών αξιών και της τρέχουσας τιμής του, όπου τρέχουσα τιμή θεωρείται: (α) για τις εισηγμένες  κινητές αξίες ο μέσος όρος της χρηματιστηριακής τιμής τους κατά τον τελευταίο μήνα της χρήσης και (β) για τις μη εισηγμένες κινητές αξίες η τιμή που προκύπτει σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Για τη ζημία που τυχόν προκύπτει από την παραπάνω αποτίμηση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 2020/1992″.

5.Η παράγραφος 3 του άρθρου 4 του ν. 1969/1991 αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Η αποτίμηση της αξίας των κινητών και ακινήτων πραγμάτων της περ. ζ’, οσάκις αυτή απαιτείται, καθορίζεται από τον οριζόμενο με τον κανονισμό της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με τα άρθρα 78 και 80 αυτού του νόμου, τρόπο».

6.Στο άρθρο 4 προστίθεται η παράγραφος 5 του ν. 1969/1991 ως εξής:

«5. Η εταιρία επενδύσεων χαρτοφυλακίου δύναται να καταρτίζει συμβάσεις ή να προβαίνει σε πράξεις, που αποσκοπούν στην αποτελεσματική διαχείριση του χαρτοφυλακίου κινητών αξιών που διαθέτει, καθώς και στην κάλυψη συναλλαγματικών κινδύνων. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να θέτει κανόνες για την κατάρτιση των παραπάνω συμβάσεων και πράξεων.»

7.Η παράγραφος 1 του άρθρου 5 του ν. 1969/1991 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Η εταιρία επενδύσεων χαρτοφυλακίου, στο χρόνο πραγματοποίησης των τοποθετήσεων, δεν επιτρέπεται να τοποθετεί πάνω από δέκα τοις εκατό (10%) των ιδίων κεφαλαίων της σε κινητές αξίες του ίδιου εκδότη».

8.Η παράγραφος 2 του άρθρου 5 του ν. 1969/1991 αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Η εταιρία επενδύσεων χαρτοφυλακίου μπορεί να τοποθετεί μέχρι το τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) των ιδίων κεφαλαίων της σε κινητές αξίες του ίδιου εκδότη, όταν οι κινητές αξίες έχουν εκδοθεί από κράτος -μέλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή από οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης κράτους-μέλους ή από δημόσιο διεθνή οργανισμό στον οποίο συμμετέχει κράτος-μέλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και όταν οι κινητές αξίες τελούν υπό την εγγύηση των παραπάνω προσώπων. Το σύνολο των τοποθετήσεων στις κινητές αξίες του  προηγούμενου εδαφίου μπορεί να αυξηθεί μέχρι το εκατό τοις εκατό (100%), των ιδίων κεφαλαίων της εταιρίας επενδύσεων χαρτοφυλακίου, εφόσον η εταιρία επενδύσεων χαρτοφυλακίου, κατέχει κινητές αξίες που ανήκουν τουλάχιστον σε έξι διαφορετικές εκδόσεις και οι αξίες που ανήκουν στην ίδια έκδοση δεν υπερβαίνουν το τριάντα τοις εκατό (30%) των ιδίων κεφαλαίων της εταιρίας επενδύσεων χαρτοφυλακίου.»

9.Η παράγραφος 3 του άρθρου 5 του ν. 1969/1991 καταργείται και η παράγραφος 4 αυτού του άρθρου αριθμείται σε 3.

10.Το άρθρο 9 του ν. 1969/1991 αντικαθίσταται ως εξής:

«Επιτρέπεται ο δανεισμός των εταιριών επενδύσεων χαρτοφυλακίου μέχρι του δέκα τοις εκατό (10%), των ιδίων κεφαλαίων τους για πραγματοποίηση τοποθετήσεων σε κινητές αξίες και για την απόκτηση ακινήτων».

11.Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του ν. 1969/1991 αντικαθίσταται ως εξής:

«Η κράτηση αυτή παύει υποχρεωτικώς μετά την κάλυψη του εκατό τοις εκατό (100%) των ιδίων κεφαλαίων της εταιρίας».

12.Η παράγραφος 3 του άρθρου 10 του ν. 1969/1991 αλλάζει αρίθμηση σε 4 και προστίθεται νέα παράγραφος 3 ως εξής:

«3. Εφόσον στο τέλος μιας διαχειριστικής περιόδου προκύψει ζημία από την αποτίμηση των κινητών αξιών, για την κάλυψη της επιτρέπεται ο σχηματισμός προβλέψεως μέχρι και του συνόλου της ζημίας».

13.Στο άρθρο 13 του ν. 1969/1991 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:

«3. Οι αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που λαμβάνονται σε εφαρμογή των διατάξεων αυτού του νόμου υπόκεινται σε προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας».

14.Η παράγραφος 2 του άρθρου 16 του ν. 1969/1991 αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Οι εταιρίες επενδύσεων χαρτοφυλακίου απαλλάσσονται παντός φόρου, τέλους, χαρτοσήμου, εισφοράς, δικαιώματος ή οποιασδήποτε άλλης επιβαρύνσεως, υπέρ του Δημοσίου ή τρίτου, επί του αρχικού κεφαλαίου τους και επί των αυξήσεων αυτού, καθώς και επί του συνολικού εισοδήματος τους, διανεμομένου ή μη, με εξαίρεση το φόρο συγκεντρώσεως κεφαλαίου και το φόρο προστιθέμενης αξίας. Κατά την είσπραξη τόκων από εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου, διενεργείται από τον καταβάλλοντα παρακράτηση φόρου εισοδήματος σύμφωνα με τα προβλεπόμενα κατά περίπτωση από το άρθρο 21 του ν. 1921/1991 και το άρθρο 29 του ν,δ. 3323/1955. Με την παρακράτηση αυτήν επέρχεται εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης των δικαιούχων για το εισόδημα αυτό».

15.Η παράγραφος 2 του άρθρου 48 του ν. 1969/1991 αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Κατά την είσπραξη τόκων επ’ ονόματι και για λογαριασμό του αμοιβαίου κεφαλαίου διενεργείται από τον καταβάλλοντα παρακράτηση φόρου εισοδήματος σύμφωνα με τα προβλεπόμενα κατά περίπτωση από το άρθρο 21 του ν. 1921/1991 και το άρθρο 29 του ν.δ. 3323/1955. Με την παρακράτηση αυτήν επέρχεται εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης των δικαιούχων για το εισόδημα αυτό. Τα λοιπά εισοδήματα που κτώνται οι μεριδιούχοι από το αμοιβαίο κεφάλαιο απαλλάσσονται από το φόρο εισοδήματος».

16.Η παράγραφος 4 του άρθρου 48 του ν. 1969/1991 αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Τα κέρδη, που διανέμονται από το αμοιβαίο κεφάλαιο στους μεριδιούχους, απαλλάσσονται από το φόρο εισοδήματος».

17.Η παράγραφος 4 του άρθρου 25 του ν. 1969/1991 αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις επιτρέπεται με προηγούμενη έγκριση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς η αναστολή της εξαγοράς μεριδίων για χρονικό διάστημα μέχρι τριών μηνών. Η αναστολή αυτή της εξαγοράς μεριδίων μπορεί να παραταθεί για άλλους τρεις μήνες κατ’ ανώτατο όριο. όπως ορίζεται ειδικότερα στον Κανονισμό του αμοιβαίου κεφαλαίου. Η αναστολή της εξαγοράς και η λήξη ή η ανάκληση της δημοσιεύονται σε δύο ημερήσιες πολιτικές και σε μία ημερήσια οικονομική εφημερίδα των Αθηνών. Στην ανακοίνωση της αναστολής της εξαγοράς προσδιορίζεται και το χρονικό σημείο της λήξης της. Κατά τη διάρκεια της αναστολής της εξαγοράς των μεριδίων δεν επιτρέπεται η υποβολή από μεριδιούχους αιτήσεων εξαγοράς».

18.Η παράγραφος 3 του άρθρου 47 του ν. 1969/1991 αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Μέλη του διοικητικού συμβουλίου, διευθυντές και υπάλληλοι Α.Ε. Διαχειρίσεως και του θεματοφύλακα αμοιβαίου κεφαλαίου, καθώς και αντιπρόσωποι της Α.Ε. Διαχειρίσεως, που παραβαίνουν εν γνώσει τους τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 5-6, 20 παρ. 2, 32, 33, 34, 36. 37, 38. 39, 40, 43 και 46 αυτού του νόμου ή των αποφάσεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση του, τις διατάξεις του Κανονισμού του αμοιβαίου κεφαλαίου, καθώς και τις αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς τιμωρούνται, κατόπιν εγκλήσεως της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με φυλάκιση και με χρηματική ποινή ύψους μέχρι εκατό εκατομμύρια δραχμές.»

19.Στο άρθρο 47 του ν. 1969/1991 προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:

«5. Οι αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, που λαμβάνονται σύμφωνα με τις ανωτέρω παραγράφους αυτού του» άρθρου, υπόκεινται σε προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας».

20.Σε περίπτωση εισαγωγής στο Χ.Α.Α. και διάθεσης μετοχών επιχειρήσεων, των οποίων το Γενικό Σύνολο Ενεργητικού είναι μεγαλύτερο από πεντακόσια (500) δισεκατομμύρια δραχμές, όπως προκύπτει από τις πλέον πρόσφατες δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις που έχουν ελεγχθεί από Ορκωτό Ελεγκτή και που εμπεριέχονται στο Ενημερωτικό Δελτίο για την εισαγωγή της εταιρείας στο Χ.Α.Α., επιτρέπεται με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς παρέκκλιση από τις προϋποθέσεις που τίθενται στο τμήμα Ι, περιπτώσεις 2, 3 και 4 του άρθρου 3 του Π.Δ/τος 350/1985 (ΦΕΚ 126 Α’), όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 2324/1995 (ΦΕΚ 146 Α’).

Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να εξασφαλίζεται:

α. ότι υπάρχει επαρκής αγορά για τις διατιθέμενες μετοχές,

β. ότι θα επιτευχθεί επαρκής διασπορά των μετοχών,

γ. ότι θα παρέχονται όλες οι προβλεπόμενες από το νόμο πληροφορίες, ώστε το επενδυτικό κοινό να μπορεί να σχηματίσει σαφή γνώμη για την εταιρία και για τις μετοχές των οποίων ζητείται η εισαγωγή στο Χ.Α.Α..

21.Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κατά την έγκριση εισαγωγής στο Χρηματιστήριο εταιριών στις οποίες μέτοχος είναι το Δημόσιο ή φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, η εισαγωγή των υφιστάμενων ή των κατόπιν αυξήσεως του κεφαλαίου εκδιδόμενων μετοχών των ως άνω επιχειρήσεων στο Χρηματιστήριο επιτρέπεται να πραγματοποιείται και απευθείας από τους φορείς του Δημοσίου, χωρίς διορισμό αναδόχου για το σύνολο ή για μέρος των μετοχών. Στην περίπτωση αυτήν επιτρέπεται να ορισθεί ότι οι φορείς του Δημοσίου οι οποίοι είναι μέτοχοι πριν την εισαγωγή των ως άνω μετοχών στο Χρηματιστήριο, ενεργούν ως ανάδοχοι και έχουν όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του αναδόχου.

22.Οι πιο πάνω ρυθμίσεις των παραγράφων 20 και 21 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στην περίπτωση εισαγωγής στο χρηματιστήριο και πώλησης υφιστάμενων ή κατόπιν αυξήσεως του κεφαλαίου, εκδιδόμενων μετοχών, αποκρατικοποιουμενων επιχειρήσεων μετά από εξέταση των οικονομικών στοιχείων καθεμιάς από αυτές, που αναλύονται στην οικεία απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

23.Ειδικώς για την πώληση και μεταβίβαση του ενεργητικού της Επιχείρησης «Ναυτική Σιδηροβιομηχανία Α.Ε.» αντί της διαδικασίας του δεύτερου εδαφίου της παρ. 11 του άρθρου 46α του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α’), όπως προστέθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2000/1991 (ΦΕΚ 206 Α’), ανατίθεται στον Υπουργό Οικονομικών η διαπραγμάτευση των όρων της πωλήσεως αυτής με οποιονδήποτε αγοραστή με στόχο την επαναλειτουργία της επιχείρησης με το μεγαλύτερο δυνατά αριθμό θέσεων εργασίας. Μετά το πέρας της διαπραγμάτευσης και σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων ο Υπουργός Οικονομικών υποβάλλει προς έγκριση στη Διυπουργική Επιτροπή Αποκρατικοποιήσεων (Δ.Ε.Α) τους συμφωνηθέντες όρους, μετά δε την έγκριση των όρων της πωλήσεως ο εκκαθαριστής καταρτίζει και υπογράφει τη σχετική σύμβαση μεταβίβασης σύμφωνα με τους ανωτέρω εγκεκριμένους όρους. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 46α του ν. 1892/1990. Σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο δεν υπογραφεί η σύμβαση μεταβίβασης της ανωτέρω επιχείρησης εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφαρμόζεται η διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παρ. 11 του άρθρου 46α του ν. 1892/1990.

24.Στο άρθρο 6 του ν. 2116/1993 (ΦΕΚ 18 Α’) «Επιδότηση επιτοκίου στεγαστικών δανείων σε δικαιούχους στεγαστικής συνδρομής και άλλες διατάξεις» προστίθεται παράγραφος 3, η οποία έχει ως εξής:

«3. Το δικαίωμα χορηγήσεως στεγαστικών δανείων με ταυτόχρονη επιδότηση επιτοκίου από το Ελληνικό Δημόσιο και τον Οργανισμό Στεγαστικής Αποκατάστασης Εργαζομένων (Ο.Σ.Α.Ε) παρέχεται σε όλες τις τράπεζες ή πιστωτικά ιδρύματα του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα που στον κύκλο των εργασιών τους περιλαμβάνεται και η στεγαστική πίστη. Το συνολικό ύψος των στεγαστικών αυτών δανείων διπλής επιδότησης επιτοκίου και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια ορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εργασίας μετά από γνώμη του Δ.Σ του Ο.Σ.Α.Ε.».

25.Οι Ορκωτοί Ελεγκτές, οι οποίοι κατά νόμο ασκούν τον έλεγχο της οικονομικής διαχείρισης και των οικονομικών καταστάσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και των εποπτευόμενων από την Τράπεζα της Ελλάδος χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, υποχρεούνται κατά τη διάρκεια των ελέγχων, να γνωστοποιούν αμέσως στην Τράπεζα της Ελλάδος κάθε στοιχείο ή πληροφορία που περιέρχεται σε γνώση τους και είτε έχει σημαντικές επιπτώσεις στη φερεγγυότητα και την εν γένει κεφαλαιακή επάρκεια των ιδρυμάτων αυτών είτε είναι δυνατόν να επηρεάσει την αξιολόγηση από την Τράπεζα της Ελλάδος της αποτελεσματικότητας των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου και της καταλληλότητας των μετόχων που κατέχουν ειδική συμμετοχή και των προσώπων που ασκούν τη διοίκηση των πιστωτικών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων. Οι έννοιες πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα και ειδική συμμετοχή προσδιορίζονται στο άρθρο 2 του ν. 2076/1992.

26.Στο τέλος της παραγράφου 15 του άρθρου 33 του ν. 1806/1988, όπως συμπληρώθηκε από τα άρθρα 56 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α) και 66 του ν. 1969/1991, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις Ανωνύμων Εταιρειών που ζητούν την εισαγωγή των ονομαστικών μετοχών τους στο Χρηματιστήριο, καθώς και εισηγμένων εταιρειών που ζητούν την αντικατάσταση των ονομαστικών τους μετοχών».

27.Στο τέλος του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 12 του άρθρου 33 του ν. 1806/1988, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 56 του ν. 1892/1990 και εν συνεχεία με το άρθρο 3 του ν. 1960/1991. προστίθενται τα εξής:

«Το αυτό ισχύει και σε περίπτωση εισαγωγής ανωνύμων μετοχών στο Χρηματιστήριο».

28.………………..

29.Τα χορηγηθέντα ή χορηγούμενα από τα πάσης φύσεως πιστωτικά ιδρύματα, που λειτουργούν στην Ελλάδα δάνεια με πόρους από συνολικά δάνεια της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, απαλλάσσονται από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου και εφεξής της εισφοράς της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του ν. 128/1975, όπως ισχύει σήμερα.

30.Η διάταξη του άρθρου 5 του ν. 1066/1980, όπως ισχύει μετά τη διάταξη της παρ. 2, του άρθρου 7 του ν. 1539/1985, καταργείται από 1.1.1994.Οι διατάξεις του ν.1642/1986 (ΦΕΚ 125 Α), όπως ισχύουν, τροποποιούνται, συμπληρώνονται ή αντικαθίστανται, ως ακολούθως:

1.Στην παράγραφο 1 του άρθρου 2 προστίθεται νέα περίπτωση δ’, ως εξής και η προ της περίπτωσης αυτής τελεία γίνεται κόμμα.

«δ) η ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθών, τα οποία υπάγονται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης, που πραγματοποιείται από υποκείμενο στο φάρο ή από μη υποκείμενο στο φόρο νομικό πρόσωπο, εφόσον τα πρόσωπα αυτά εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 10α.»

2.Στην παράγραφο 3 του άρθρου 7 προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:

«Στην περίπτωση που μια από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στις ανωτέρω περιπτώσεις α έως στ, παύει να υφίσταται, θεωρείται ότι πραγματοποιείται παράδοση αγαθού κατά το χρόνο που παύει να υφίσταται η εν λόγω προϋπόθεση.»

3.Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 10 αντικαθίσταται ως εξής:

«Επίσης, αν αγαθά που εμπίπτουν στην περίπτωση β’ της παραγράφου 1 έχουν τεθεί από το χρόνο της εισόδου τους στο εσωτερικό της Κοινότητας στα καθεστώτα προσωρινής εισαγωγής ή εσωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 55α, η εισαγωγή των αγαθών αυτών πραγματοποιείται στην Ελλάδα, εφόσον τα αγαθά εξέρχονται από τα καθεστώτα αυτά στο εσωτερικό της χώρας.»

4.Στο άρθρο 10α μετά την παράγραφο 2 προστίθεται νέα παράγραφος 2α ως εξής:

» 2α. Επίσης, κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, δε θεωρείται ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθών η κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 απόκτηση αγαθών των οποίων η παράδοση απαλλάσσεται στο εσωτερικό της χωράς από το φόρο, σύμφωνα με τις διατάξεις των περιπτώσεων α’, β’, γ’, και στ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 22.»

5.Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 10α αντικαθίσταται ως εξής:

«Τα πρόσωπα που εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου αυτής μπορούν να επιλέγουν τη φορολόγηση τους, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1. Η επιλογή αυτή γίνεται με υποβολή δήλωσης, η οποία ισχύει τουλάχιστον για δύο πλήρεις διαχειριστικές περιόδους, μετά την πάροδο των οποίων μπορεί να ανακληθεί. Η ανάκληση θα ισχύει από την επόμενη, διαχειριστική περίοδο».

6.Η περίπτωση β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 11 αντικαθίσταται ως εξής:

«β) πάνω σε πλοίο, αεροπλάνο ή τραίνο και παραδίδονται προς επιβάτες κατά τη διάρκεια τμήματος μεταφοράς που πραγματοποιείται στο εσωτερικό της Κοινότητας, εφόσον η αναχώρηση πραγματοποιείται από το εσωτερικό της χώρας.

Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής θεωρούνται:

-«τμήμα της μεταφοράς το οποίο λαμβάνει χώρα στο εσωτερικό της Κοινότητας», το τμήμα που πραγματοποιείται χωρίς σταθμό εκτός της Κοινότητας, μεταξύ του τόπου αναχώρησης και του τόπου άφιξης της μεταφοράς επιβατών,

-«τόπος αναχώρησης μεταφοράς επιβατών», το πρώτο σημείο επιβίβασης των επιβατών στο εσωτερικά της Κοινότητας, ενδεχομένως μετά από προσέγγιση εκτός της Κοινότητας,

-«τόπος άφιξης μιας μεταφοράς επιβατών», το τελευταίο σημείο αποβίβασης των επιβατών που επιβιβάστηκαν εντός της Κοινότητας, το οποίο προβλέπεται στο εσωτερικό της Κοινότητας, ενδεχομένως πριν από προσέγγιση εκτός της Κοινότητας.

Εάν πρόκειται για μεταφορά μετ’ επιστροφής, η διαδρομή της επιστροφής θεωρείται αυτοτελής μεταφορά.»

7.Το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 11 αντικαθίσταται ως εξής:

«Οι υποκείμενοι στο φόρο που υπάγονται στις διατάξεις των δύο προηγούμενων εδαφίων μπορούν να επιλέγουν την υπαγωγή των πράξεων τους στις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου. Η επιλογή αυτή γίνεται με υποβολή δήλωσης, η οποία ισχύει τουλάχιστον για δύο πλήρεις διαχειριστικές περιόδους, μετά την πάροδο των οποίων μπορεί να ανακληθεί. Η ανάκληση θα ισχύει από την επόμενη διαχειριστική περίοδο».

8.Στην περίπτωση β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 12. προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:

«Η διάταξη αυτή ισχύει και προκειμένου για ενδοκοινοτικές μεταφορές προσώπων».

9.Η περίπτωση δ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 12 αντικαθίσταται ως εξής:

«δ) υπηρεσίες εγκατάστασης ή συναρμολόγησης αγαθών προερχόμενων από άλλο κράτος, εφόσον οι εργασίες αυτές ενεργούνται στο εσωτερικό της χώρας από τον προμηθευτή των αγαθών, ο οποίος δεν είναι εγκαταστημένος στο εσωτερικό της χώρας.»

10.Η περίπτωση α’ της παραγράφου 4 του άρθρου 12 αντικαθίσταται ως εξής:

«α) ενδοκοινοτικής μεταφοράς αγαθών της οποίας ο τόπος αναχώρησης δεν βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας, καθώς και παροχή υπηρεσιών από πρόσωπα που μεσολαβούν ενεργώντας στο άνομα και για λογαριασμό άλλων προσώπων, για την πραγματοποίηση των πράξεων αυτών,»

11.Στην περίπτωση γ’ της παραγράφου 5 του άρθρου 12 διαγράφονται αι λέξεις «και τόπο άφιξης το εσωτερικό της χώρας».

12.Η περίπτωση η’ της παραγράφου 5 του άρθρου 12 αντικαθίσταται ως εξής:

«η) υπηρεσίες της παραγράφου 3, που παρέχονται σε υποκείμενο στο φόρο εγκαταστημένο σε άλλο κράτος μέλος ή στα όργανα της κοινότητας ή σε οποιονδήποτε λήπτη εγκαταστημένο εκτός της Κοινότητας.»

13.Η περιεχόμενη στις διατάξεις των περιπτώσεων α’ και ζ’ της παραγράφου 2, α’, β’ και γ’ της παραγράφου 4 του άρθρου 12 λέξη «τους» διαγράφεται.

14.Στην παράγραφο 2 του άρθρου 12α προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:

«Για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου θεωρείται ότι η ενδοκοινοτική απόκτηση φορολογήθηκε στο άλλο κράτος μέλος, όπου πραγματοποιήθηκε η άφιξη των αγαθών, εφόσον:

α) ο αποκτών αποδεικνύει ότι πραγματοποίησε την απόκτηση αυτή με σκοπό την πραγματοποίηση μεταγενέστερης παράδοσης αγαθών εντός του άλλου κράτους-μέλους και για την οποία παράδοση υπόχρεος για την καταβολή του φόρου έχει οριστεί ο παραλήπτης των αγαθών, ο οποίος είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο Φ.Π.Α. εντός του άλλου κράτους-μέλους και

β) ο αποκτών έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις της περίπτωσης β’ της παραγράφου 5 του άρθρου 29».

15.Στο άρθρο 12α προστίθεται νέα παράγραφος 3 ως έξης:

«3. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου 1, δε θεωρείται ότι πραγματοποιείται ενδοκοινοτική απόκτηση στο εσωτερικό της χώρας όταν συντρέχουν σωρρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:

α) η ενδοκοινοτική απόκτηση πραγματοποιείται από υποκείμενο στο φόρο άλλου κράτους-μέλους, ο οποίος δεν είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο Φ.Π.Α. στο εσωτερικό της χώρας,

β) τα αγαθά αποστέλλονται ή μεταφέρονται στο εσωτερικά της χώρας από κράτος-μέλος διαφορετικό από αυτό εντός του οποίου ο υποκείμενος στο φόρο της περίπτωσης α’ διαθέτει Α.Φ.Μ./Φ.Π.Α,

γ) η ενδοκοινοτική απόκτηση πραγματοποιείται με σκοπό τη διενέργεια μεταγενέστερης παράδοσης αγαθών στο εσωτερικό της χώρας, για την οποία παράδοση υπόχρεος για την καταβολή του φόρου είναι ο παραλήπτης των αγαθών, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 28,

δ) ο παραλήπτης των αγαθών είναι υποκείμενος στο φόρο ή μη υποκείμενο στο φόρο νομικό πρόσωπο, εγγεγραμμένα στο μητρώο Φ.Π.Α. στο εσωτερικό της Χώρας».

16.Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 14 αντικαθίσταται ως εξής:

«Όταν αγαθά τίθενται από τη στιγμή της εισαγωγής τους σε ένα από τα καθεστώτα, που προβλέπονται στα εδάφια αα’ και ββ’ της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 21, σε καθεστώς προσωρινής εισαγωγής με πλήρη απαλλαγή από εισαγωγικούς δασμούς, σε καθεστώς εξωτερικής διαμετακόμισης ή σε ένα από τα καθεστώτα που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 55α, η φορολογική υποχρέωση γεννάται και ο φόρος γίνεται απαιτητός κατά το χρόνο κατά τον οποίο τα αγαθά εξέρχονται από τα καθεστώτα αυτά στο εσωτερικό της χώρας.»

17.Στην παράγραφο 7 του άρθρου 15 η δεύτερη φράση αντικαθίσταται ως εξής:

«Ειδικά για αγαθά που υπόκεινται σε ειδικά φόρο κατανάλωσης, η φορολογητέα αξία μειώνεται επίσης με το ποσό του φόρου αυτού, ο οποίος καταβλήθηκε σε άλλο κράτος-μέλος και αποδεδειγμένα επιστράφηκε από αυτό το άλλο κράτος-μέλος.»

18.Στο άρθρο 15, όπως ισχύει, προστίθεται νέα παράγραφος 10 ως εξής:

«10. Ειδικά, στην πώληση καρτών τηλεπικοινωνίας και εισιτηρίων αστικών συγκοινωνιών, ως φορολογητέα αξία λαμβάνεται η τιμή λιανικής πώλησης αυτών χωρίς φόρο προστιθέμενης αξίας.

Ο φόρος που αναλογεί για τις πωλήσεις αυτές καταβάλλεται από την εταιρία παροχής των υπηρεσιών κατά το χρόνο διάθεσης αυτών. Οι υποκείμενοι στο φόρο που μεσολαβούν στη διάθεση αυτών στο κοινό δεν έχουν τις υποχρεώσεις του νόμου αυτού για τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται ανάλογα και σε κάθε περίπτωση προμήθειας για διάθεση πιστωτικών καρτών.»

19.Η περίπτωση λα’ της παραγράφου 1 του άρθρου 18 αντικαθίσταται ως εξής:

«λα) η παροχή υπηρεσιών των οποίων η αξία περιλαμβάνεται στη φορολογητέα αξία κατά την εισαγωγή αγαθών, όπως αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 16.»

20.Στην περίπτωση β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 19 προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:

«Η διάταξη αυτή αφορά και τις εισαγωγές αγαθών που εμπίπτουν σης διατάξεις της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 10, οι οποίες θα ετύγχαναν της εν λόγω απαλλαγής αν είχαν πραγματοποιηθεί κατά την έννοια της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 10.»

21.Η περίπτωση β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 20 αντικαθίσταται ως εξής:

«β) η παράδοση αγαθών που εξάγονται εκτός της Κοινότητας από το μη εγκαταστημένο στο εσωτερικό της χώρας αγοραστή ή από άλλο πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό του αγοραστή.

Εξαιρούνται από την απαλλαγή τα αγαθά που μεταφέρονται από τον ίδιο τον αγοραστή και προορίζονται για τον εξοπλισμό ή εφοδιασμό σκαφών αναψυχής και ιδιωτικών αεροσκαφών ή οποιουδήποτε άλλου μεταφορικού μέσου ιδιωτικής χρήσης. Ειδικά για λιανικές πωλήσεις προς ιδιώτες, η παρούσα απαλλαγή χορηγείται ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας ή μόνιμης διαμονής των προσώπων αυτών, εφόσον αποδεικνύεται η εξαγωγή των αγαθών αυτών εκτός της Κοινότητας από τα πρόσωπα αυτά.»

22.Η περίπτωση γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 20 αντικαθίσταται ως εξής:

«γ) η παροχή υπηρεσιών που αφορά στην επεξεργασία κινητών αγαθών, τα οποία έχουν αποκτηθεί ή εισαχθεί για τα σκοπό αυτόν στο εσωτερικό της χώρας και στη συνέχεια εξάγονται, εκτός της Κοινότητας, από αυτόν που παρέχει τις υπηρεσίες ή από τον εγκαταστημένο εκτός της χώρας λήπτη ή από άλλο πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό τους.»

23.Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης ε’ της παραγράφου 1 του άρθρου 20 αντικαθίσταται ως εξής:

«ε) ή παροχή υπηρεσιών, στις οποίες περιλαμβάνονται οι μεταφορές και οι βοηθητικές εργασίες τους, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές συνδέονται άμεσα με εξαγωγές αγαθών, καθώς και με αγαθά που υπάγονται στις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 10 και της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 21.»

24.Στις περιπτώσεις α’, β’, γ’ και στ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 22 μετά τη λέξη «παράδοση» διαγράφονται το κόμμα (,) και οι λέξεις «η ενδοκοινοτική απόκτηση».

25.Η περίπτωση β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 22α αντικαθίσταται ως εξής:

«β) η περιστασιακή παράδοση καινούριων μεταφορικών μέσων, που αποστέλλονται ή μεταφέρονται προς άλλο κράτος-μέλος. Επίσης η παράδοση αγαθών που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης, τα οποία αποστέλλονται ή μεταφέρονται προς άλλο κράτος-μέλος, εφόσον ο αγοραστής είναι πρόσωπο που εμπίπτει στις διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της προηγούμενης περίπτωσης α’ και τα αγαθά αυτά διακινούνται υπό καθεστώς αναστολής καταβολής του ειδικού φόρου κατανάλωσης.»

26.Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 23 αντικαθίσταται ως εξής:

«Ειδικά, προκειμένου για ευκαιριακή παράδοση καινούριων μεταφορικών μέσων, η οποία απαλλάσσεται σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 22α, το δικαίωμα έκπτωσης γεννάται κατά το χρόνο της παράδοσης.»

27.Στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 26 (ΦΕΚ 125 Α’) προστίθεται εδάφιο, που έχει ως εξής:

«Εξαιρείται του ανωτέρω περιορισμού της πενταετίας η πραγματοποίηση της δαπάνης, για την απόκτηση ή την κατασκευή επενδυτικών αγαθών από οργανισμούς, επιχειρήσεις και εταιρείες κοινής ωφέλειας.»

28.Στην παράγραφο 2 του άρθρου 27 προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:

«Για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής δε θεωρείται ότι αποκτά εγκατάσταση στο εσωτερικό της χώρας ο υποκείμενος στο φάρο που είναι εγκαταστημένος σε άλλο κράτος-μέλος, ο οποίος πραγματοποιεί στο εσωτερικό της χώρας παραδόσεις αγαθών ή παροχές υπηρεσιών για τις οποίες υπόχρεος στο φόρο είναι ο παραλήπτης των αγαθών ή ο λήπτης των υπηρεσιών, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 28 και της περίπτωσης ε’ της παραγράφου 4 του άρθρου 29.»

29.Στην παράγραφο 3 του άρθρου 27, προστίθεται νέο εδάφιο, ως εξής:

«Δεν ενεργείται επιστροφή του φόρου με τον οποίο επιβαρύνονται οι παραδόσεις αγαθών που πραγματοποιούνται στο εσωτερικό της χώρας, οι οποίες υπάγονται στην απαλλαγή που προβλέπεται από τις διατάξεις της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 22α.»

30.Οι περιπτώσεις β’ και γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 28 αντικαθίστανται ως εξής:

«β) ο αντιπρόσωπος του εγκαταστημένου εκτός του εσωτερικού της χώρας προσώπου,

γ) ο λήπτης των αγαθών και υπηρεσιών, στην περίπτωση κατά την οποία δεν υπάρχει υποχρέωση ορισμού αντιπροσώπου, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης ε’ της παραγράφου 4 του άρθρου 29, καθώς και σε κάθε περίπτωση που δεν υπάρχει αντιπρόσωπος.»

31.Μετά την περίπτωση δ’ της παραγράφου 4 του άρθρου 29 προστίθεται νέα περίπτωση ε’ ως εξής:

«ε) Δεν υπάρχει υποχρέωση ορισμού αντιπροσώπου, εφόσον συντρέχουν σωρρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:

αα) πραγματοποιείται παράδοση αγαθών στο εσωτερικό της χώρας, κατά την έννοια των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 12α,

ββ) στο τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο μ’ αυτό στοιχείο που εκδίδεται, γίνεται ρητή αναφορά ότι πρόκειται για παράδοση αγαθών που πραγματοποιείται μετά από ενδοκοινοτική απόκτηση, κατά την έννοια των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 12α και αναγράφεται τόσο ο αριθμός φορολογικού μητρώου, με τον οποίο ο υποκείμενος αυτός πραγματοποίησε την ενδοκοινοτική απόκτηση και τη μετέπειτα παράδοση αγαθών, όσο και ο αριθμός φορολογικού μητρώου του παραλήπτη, ο οποίος καθίσταται υπόχρεος για την καταβολή του φόρου της παράδοσης αυτής. Επίσης, δεν υπάρχει υποχρέωση ορισμού αντιπροσώπου στην περίπτωση παροχής υπηρεσιών, οι οποίες εμπίπτουν στις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 12.»

32.Η περίπτωση β’ της παραγράφου 5 του άρθρου 29 αντικαθίσταται ως εξής:

«β) να υποβάλει ανακεφαλαιωτικό πίνακα, για τις παραδόσεις αγαθών που πραγματοποιεί σύμφωνα με τις διατάξεις των περιπτώσεων α’ και γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 22α και του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 12α.»

33.Στην παράγραφο 7 ταυ άρθρου 31 προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:

«Την υποχρέωση αυτήν έχουν και τα πρόσωπα, τα οποία καλύπτονται από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 10α, στην περίπτωση που αποκτούν αγαθά, τα οποία υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης από άλλο κράτος-μέλος.»

34.Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 42 καταργείται.

35.Στην παράγραφο 4 του άρθρου 42 προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:

«Τα πρόστιμα των άρθρων 47 και 48 που επιβλήθηκαν με ιδιαίτερη πράξη υπολογίζονται εκ νέου με βάση τις κείμενες διατάξεις επί της νέας διαφοράς κατόπιν της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς και περιορίζονται στο ένα δεύτερο (1/2).»

36.Η περίπτωση α’ του άρθρου 45 αντικαθίσταται ως εξής:

«α) οι αναφερόμενοι στις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 29 και της περίπτωσης β’ της παραγράφου 4 του άρθρου 31»

37.Στην παράγραφο 3 του άρθρου 48 προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:

«Το πρόστιμο της παραγράφου αυτής επιβάλλεται ανεξάρτητα από την υποβολή εκπρόθεσμης συμπληρωματικής εκκαθαριστικής δήλωσης ή εκπρόθεσμης συμπληρωματικής προσωρινής δήλωσης, η οποία υποβάλλεται μετά την ημερομηνία έκδοσης εντολής ελέγχου.»

38.Η ισχύς των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων αρχίζει από 1.1.93.

39.Η διάταξη της περιπτώσεως ε’, της παραγράφου 2 του άρθρου 12 του ν.1642/1986 επιτρέπεται να εφαρμόζεται από οργανωμένες προς τούτο επιχειρήσεις κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών θα καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της διάταξης της παραγράφου αυτής.

40.Προκειμένης λήψεως πάσης φύσεως άδειας εμπορίας οιωνδήποτε αγαθών δεν αποτελεί προϋπόθεση χορήγησης της άδειας αυτής η απόσταση από άλλη επιχείρηση εμπορίας ή εκμετάλλευσης ιδίων ειδών. Ανακληθείσες άδειες για το λόγο αυτόν εξακολουθούν να ισχύουν. Κάθε αντίθετη διάταξη καταργείται με εξαίρεση τις διατάξεις του ν.1963/1991 (ΦΕΚ 138 Α), καθώς και του ν.δ/τος 511/1970 (ΦΕΚ 91 Α’) και των βάσει αυτού εκδιδόμενων προεδρικών διαταγμάτων.

41…………………

42.Για τις ανωτέρω υπηρεσίες που παρασχέθηκαν μέχρι 31.12.1991 δεν οφείλεται ο φόρος που αποδεδειγμένα δεν εισπράχθηκε. Πράξεις επιβολής φόρου που αφορούν τις ανωτέρω υπηρεσίες και έχουν εκδοθεί για την ανωτέρω χρονική περίοδο παύουν να ισχύουν. Φόρος που τυχόν καταβλήθηκε δεν αναζητείται ούτε συμψηφίζεται.

43.Τα πρόσωπα που ως επιτηδευματίες πωλούν τα προϊόντα ή τα εμπορεύματα τους πλανοδίως ή από τις λαϊκές αγορές υποχρεούνται:

α) Να έχουν υποβάλει στην αρμόδια για τη φορολογία τους Δ.Ο.Υ. τη δήλωση έναρξης εργασιών που προβλέπεται από το άρθρο 29 του ν.1642/1986. Στη δήλωση αυτή επισυνάπτουν ένθετο υποκαταστημάτων για κάθε τόπο ή λαϊκή απ’ όπου πωλούν τα εμπορεύματα τους. Τηλεομοιοτυπία της δήλωσης αυτής στέλνεται στην αρμόδια για τον τόπο ή τη λαϊκή αγορά Δ.Ο.Υ..

β) Να έχουν μαζί τους τα φορολογικά στοιχεία παραλαβής ή αγοράς των αγαθών που πωλούν, καθώς και το βιβλίο αγορών, όπου καταχωρούν τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία.

γ) Να έχουν μαζί τους την προσωρινή δήλωση Φ.Π.Α. που υπέβαλαν κατά την προηγούμενη φορολογική περίοδο.

Στις διατάξεις αυτές δεν εμπίπτουν οι παραγωγοί αγροτικών προϊόντων, εφόσον αποδεικνύουν την ιδιότητα τους αυτή. Η εξαίρεση αυτή ισχύει για τη διάθεση αγροτικών προϊόντων παραγωγής τους μόνο από τις λαϊκές αγορές. Σε μη τήρηση όλων ή μερικών από τις διατάξεις αυτές επιβάλλονται α κυρώσεις που προβλέπονται από τον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων Π.Δ. 186/1992. Αρμόδιος εν προκειμένω για την επιβολή των κυρώσεων αυτών είναι ο προϊστάμενος Δ.Ο.Υ. που θα διαπιστώσει την παράβαση.

44.Οι διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφος 1 του Οργανισμού Διοίκησης και Διαχείρισης του Ιδρύματος με την επωνυμία «ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΕΥΝΩΝ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΛΑΣΣΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ», που κυρώθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου πρώτου του ν. 1610/1986 (ΦΕΚ 89 Α’), εφαρμόζονται αναλόγως και στο κοινωφελές ίδρυμα με την επωνυμία «ΙΔΡΥΜΑ ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΙ ΑΝΝΑΣ ΒΕΛΛΙΔΗ».1.Στις διατάξεις του Παραρτήματος III του ν.1642/1986, όπως ισχύουν, επέρχονται οι εξής τροποποιήσεις:

α) Μετά την παράγραφο 15 του Κεφ. Α/ΑΓΑΘΑ προστίθεται νέα παράγραφος 15α ως εξής:

«15α. Αρτεμισία, βασιλικός, χαμομήλι, μαντζουράνα η κοινή, μολόχα, δενδρομολόχα, μέντα (δυόσμος) όλων των ποικιλιών, ρίγανη, δενδρολίβανο, φασκόμηλο, τσάι του βουνού, δίκταμο, φλαμούρι, ευκάλυπτος, λεβάντα, αγριάδα η ιαματική και λουίζα, νωπά ή ξερά, έστω και κομμένα, σπασμένα ή σε σκόνη (Δ.Κ. ΕΧ 1211)».

β) Η παράγραφος 45 του Κεφαλαίου Α – Αγαθά αντικαθίσταται, ως εξής:

«45. Καυσόξυλα σε κυλίνδρους, κούτσουρα, μικρά κλαδιά, δεμάτια ή με παρόμοιες μορφές, ξυλεία ακατέργαστη, έστω και ξεφλουδισμένη, που της έχει αφαιρεθεί ο οομφός ή ορθογωνισμένη (Δ.Κ. ΕΧ 44.01 και Δ.Κ. 44.03).»

γ) Οι παράγραφοι 7 και 8 του Κεφαλαίου Β-Υπηρεσίες αντικαθίστανται ως έξης:

«7. Η χρήση αθλητικών εγκαταστάσεων και η παροχή υπηρεσιών γυμναστικής.»

«8. Η παροχή υπηρεσιών από φιλανθρωπικούς οργανισμούς ή από οίκους ευγηρίας που ενεργείται στα πλαίσια της κοινωνικής πρόνοιας, εφόσον δεν καλύπτονται με το άρθρο 18.»

2.Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου ισχύουν από 8.8.1992. Στην περίπτωση που έχει επιβληθεί φόρος με υψηλότερο συντελεστή, ο φόρος αυτός καταβάλλεται στο Δημόσιο.1.Φόροι, τέλη ή εισφορές υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων, που ισχύουν κατά την 31.12.1992 για εισαγωγές αγαθών, από 1.1.1993 επιβάλλονται και για αντίστοιχα αγαθά που αποστέλλονται ή προσκομίζονται από άλλα κράτη – μέλη στο εσωτερικό της χώρας. Οι φόροι, τέλη ή εισφορές στην περίπτωση αυτή αποδίδονται από τους αποκτώντες, με βάση το χρόνο απόκτησης τους. σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1642/1986, όπως και οι φόροι, τέλη ή εισφορές των αντίστοιχων εγχώριων αγαθών.

2.α. Όλα τα θέματα που αναφέρονται στην υποβολή και επαλήθευση της δήλωσης, στη βεβαίωση και στην είσπραξη του φόρου, τέλους ή εισφοράς, περιλαμβανομένων και των αφορώντων στις προσαυξήσεις, στην παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου ή άλλων δικαιούχων, στην άσκηση προσφυγών και ένδικων μέσων και γενικά στη διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξης, διέπονται από 1.1.1993 από τις διατάξεις που ισχύουν για τους φόρους, τέλη ή εισφορές των αντίστοιχων εγχώριων αγαθών.

β. Προκειμένου περί φόρων, τελών και εισφορών για τους οποίους δεν έχει καθορισθεί, ως προς τα εγχώρια αγαθά, τρόπος απόδοσης ή η απόδοση μέχρι 31.12.1992 γινόταν στα τελωνεία, ή φόροι, τέλη ή εισφορές, από 1.1.1993, αποδίδοντα! στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ή στους άλλους δικαιούχους, κατά περίπτωση, για μεν τα αγαθά που αποστέλλονται ή προσκομίζονται από άλλα κράτη – μέλη στο εσωτερικό της χώρας, από τους αποκτώντες, με βάση το χρόνο απόκτησης τους. για δε τα εγχώρια αγαθά από τους πωλητές, εντός του επόμενου μήνα από την απόκτηση ή την πώληση, κατά περίπτωση.

γ. Ως προς τον ειδικό φόρο κατανάλωσης του άρθρου 5 του ν. 2093/1992 (ΦΕΚ 181 Α), για την επαλήθευση της δήλωσης, τη βεβαίωση και την είσπραξη του φόρου, τις προσαυξήσεις, την παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου, την άσκηση προσφυγών και ενδίκων μέσων και γενικά τη διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξης, εφαρμόζεται από 1.1.1993, ανάλογα ό,τι και για το φόρο τηλεοπτικών διαφημίσεων της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του ν.1326/1983 (ΦΕΚ 19 Α’). Από 1.1.1994 ο ειδικός φόρος κατανάλωσης του άρθρου 5 του ν. 2093/1992 βεβαιώνεται και εισπράττεται από τις τελωνειακές αρχές.

3.Για τις περιπτώσεις που οι προθεσμίες απόδοσης των ανωτέρω φόρων, τελών ή εισφορών, με βάση τις ανωτέρω ρυθμίσεις λήγουν μέχρι 31.8.1993, οι υπόχρεοι μπορούν να αποδώσουν τα οφειλόμενα ποσά μέχρι 30.9.1993 χωρίς τις προβλεπόμενες προσαυξήσεις ή άλλες κυρώσεις.

4.Η ρύθμιση των προηγούμενων παραγράφων δεν αφορά τους παρακάτω φόρους:

α) το φόρο προστιθέμενης αξίας,

β) τον ειδικό φόρο κατανάλωσης των προϊόντων του άρθρου 1 του ν. 2127/1993 (ΦΕΚ 48 Α’)

γ) τον ειδικό φόρο κατανάλωσης και το εφάπαξ πρόσθετο ειδικό τέλος των μεταφορικών μέσων κατά την έννοια της παρ. 3 του άρθρου 10α του ν. 1642/1986,

δ) τον ειδικό φόρο κατανάλωσης των προϊόντων του άρθρου 3 του ν. 2074/1992, όπως ισχύει,

ε) τον ειδικό φόρο κατανάλωσης της ισοπροπυλικής αλκοόλης,

στ) τους εναρμονιζόμενους εκάστοτε σε κοινοτικό επίπεδο φόρους από το χρόνο εναρμόνισης τους.

Από 1η Οκτωβρίου 1993 περιέρχεται στην αρμοδιότητα των τελωνειακών αρχών η βεβαίωση και είσπραξη των φόρων για τα προϊόντα των περιπτώσεων δ’ και ε’ της παραγράφου αυτής που παράγονται εγχώριος ή αποκτώνται από τα λοιπά κράτη-μέλη της Ε.Ο.Κ.. Οι όροι και οι διατυπώσεις εφαρμογής των διατάξεων του προηγουμένου εδαφίου καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Για τον ειδικό φόρο κατανάλωσης που επιβάλλεται στις μπανάνες, εφαρμόζονται από 1 Απριλίου 1993 οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 89 του ν. 2127/1993 {ΦΕΚ 48 Α1).

5.Όπου από τις κείμενες διατάξεις ή τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτών διοικητικές πράξεις, καθορίζονται αρμόδιες υπηρεσίες ή όργανα σε θέματα σχετιζόμενα με την εφαρμογή του καθεστώτος των προϊόντων του άρθρου 1 του ν. 2127/1993, νοούνται εφεξής η Γενική Διεύθυνση Τελωνείων και οι υπ’ αυτής υπάλληλοι. Η ρύθμιση αυτή δεν αφορά αρμοδιότητες επί θεμάτων ελέγχου τις ποιότητας των προϊόντων και εφαρμογής διατάξεων του Κ.8.Σ. του Π.Δ.186/1992.

6.Οι αμφισβητήσεις που εγείρονται κατά την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 2127/1993. μεταξύ της αρμόδιας αρχής και των ενδιαφερόμενων προσώπων, επιλύονται από τις Επιτροπές Τελωνειακών Αμφισβητήσεων κατά τα ειδικότερα με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, οριζόμενα.

7.Η κατά τις διατάξεις του άρθρου 16 του Κ.Ν.Φ.Ο. εκδιδόμενη άδεια εξαγωγής και μεταφοράς καταργείται. Αντί αυτής χρησιμοποιείται το προβλεπόμενο από το άρθρο 64 του ν. 2127/1993 διοικητικό ή εμπορικό έγγραφο ή ελλείψει αυτών το τελωνειακό παραστατικό του άρθρου 56 του ίδιου νόμου, στα οποία αναγράφονται όλα τα στοιχεία της καταργούμενης άδειας.

8.Τα προϊόντα του άρθρου 1 του ν. 2127/1993 τα οποία μέχρι και 31.12.1992 βρίσκονταν υπό καθεστώς αναστολής του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, διαφορετικό από εκείνο της παραγράφου 2 του άρθρου 2, μπορούν να υπαχθούν στο καθεστώς αναστολής του άρθρου 3 του νόμου αυτού, με την τήρηση των προϋποθέσεων των προβλεπόμενων από τις αριθ. Δ.422/275/19.3.1993 και 423/276/19.3.1993 Α.Υ.Ο.. Σε αντίθετη περίπτωση το προ ισχύον καθεστώς αναστολής του φόρου των προϊόντων αυτών λήγει μετά παρέλευση ενός μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ο τρόπος εκκαθάρισης και οι διαδικασίες εφαρμογής της παραγράφου αυτής, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

9.Το άρθρο 4 της με αριθμό πρωτοκόλλου 89443/18.6.1979 κοινής υπουργικής απόφασης, που κυρώθηκε με το ν. 1060/1980, δεν έχει εφαρμογή επί επιβατηγών πλοίων που διακινούνται ενδοκυκλαδικά.

10.Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν. 1884/1990 (ΦΕΚ 81 Α) καταργούνται από 1-8-1993.

11.Με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Γεωργίας και Μεταφορών και Επικοινωνιών συγκροτείται πενταμελής Επιτροπή, μέλη της οποίας θα είναι δύο (2) υπάλληλοι του Υπουργείου Γεωργίας και τρεις (3) υπάλληλοι του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, η οποία θα κατατάσσει οχήματα στην κατηγορία των αγροτικών μηχανημάτων. Με όμοια απόφαση καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι τεχνικές προδιαγραφές χορήγησης αδειών κυκλοφορίας των αγροτικών μηχανημάτων.

12.Με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Γεωργίας και Μεταφορών και Επικοινωνιών, καθορίζονται οι όροι και προϋποθέσεις χορήγησης αδειών κυκλοφορίας φορτηγών Ιδιωτικής Χρήσης Αυτοκινήτων (Φ.Ι.Χ.) σε κατόχους αγροτικών μηχανημάτων, ο αριθμός αυτών, το έργο το οποίο θα εκτελούν, η χρονική περίοδος που θα κυκλοφορούν, καθώς και οι διοικητικές ποινές, οι οποίες θα επιβάλλονται στους κατόχους των αυτοκινήτων αυτών, για παραβάσεις των διατάξεων της απόφασης αυτής. Για τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας των αυτοκινήτων της κατηγορίας αυτής καταβάλλεται το μισό του ποσού της εφάπαξ εισφοράς υπέρ του Δημοσίου, που προβλέπεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1959/1991, όπως ισχύει. Για τα αυτοκίνητα αυτά καταβάλλονται, κατ’ έτος, τέλη κυκλοφορίας, ως εξής: α) το πενήντα τοις εκατό (50%) των ετήσιων τελών αν επιτρέπεται να κυκλοφορούν μέχρι ένα εξάμηνο το έτος, β) το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) των ετήσιων τελών, αν επιτρέπεται να κυκλοφορούν μέχρι ένα τρίμηνο το έτος.

Κατά τον περιοδικό τεχνικό έλεγχο των αυτοκινήτων αυτών, διενεργείται έλεγχος των συστημάτων πέδησης, διεύθυνσης, ανάρτησης και φωτισμού.1.Στο τέλος της περίπτωσης α’ του άρθρου 4 του ν.δ. 3843/1958 προστίθενται νέα εδάφια που έχουν ως εξής:

«Επίσης, επί ημεδαπών ανωνύμων εταιριών, οι οποίες απαλλάσσονται του φόρου εισοδήματος βάσει ειδικών διατάξεων νόμων, αντικείμενο φόρου είναι τα κεφαλαιοποιούμενα ή διανεμόμενα με οποιαδήποτε μορφή κέρδη, μετά την αναγωγή αυτών σε μικτό ποσό με την προσθήκη του αναλογούντος σε αυτά φόρου εισοδήματος. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου έχουν ανάλογη εφαρμογή και σε οποιαδήποτε περίπτωση κεφαλαιοποίησης ή διανομής κερδών για τα οποία δεν έχει καταβληθεί φάρος εισοδήματος.»

2.Στο άρθρο 14 του ν.δ. 3843/1958 προστίθεται παράγραφος 6, που έχει ως εξής:

«6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν έχουν εφαρμογή επί των διανεμόμενων ή κεφαλαιοποιούμενων κερδών ανωνύμων εταιριών, που απαλλάσσονται του Φόρου εισοδήματος, βάσει ειδικών διατάξεων νόμων, καθώς και επί των εισοδημάτων που ορίζονται από τις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 8Α του παρόντος».

3.Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 8Α του ν.δ. 3843/1958 προστίθενται δύο νέα εδάφια, τα οποία έχουν ως εξής:

«Αν όμως τα αφορολόγητα έσοδα του νομικού προσώπου είναι μεγαλύτερα από τα προκύψαντα, βάσει ισολογισμού, καθαρά κέρδη και περαιτέρω λαμβάνει χώρα διανομή κερδών με οποιαδήποτε μορφή, το μέρος των κερδών του διανέμεται φορολογείται στο όνομα του νομικού προσώπου μετά την αναγωγή αυτού σε μικτό ποσό με την προσθήκη του αναλογούντος σε αυτό φόρου. Στην περίπτωση αυτή, επί της ζημίας που προκύπτει μετά τη λογιστική αναμόρφωση των προκυψάντων αποτελεσμάτων, η οποία λαμβάνει χώρα με την υποβολή της δήλωσης του άρθρου 11, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν.δ. 3323/1955».

4.Μετά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου ΒΑ του ν.δ. 3843/1958 προστίθεται δεύτερο εδάφιο, που έχει ως εξής:

«Σε περίπτωση όμως που από την υποβαλλόμενη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του νομικού προσώπου δεν προκύπτουν φορολογούμενα κέρδη, τα ως άνω διανεμόμενα αφορολόγητα αποθεματικά φορολογούνται στο όνομα του νομικού προσώπου, μη συμψηφιζόμενου του ποσού της δηλωθείσας ζημίας».

5.Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων έχουν εφαρμογή για κεφαλαιοποιούμενα ή διανεμόμενα, κατά περίπτωση, ποσά που προκύπτουν από ισολογισμούς που κλείνουν μετά την 30ή Δεκεμβρίου 1992. Ειδικά, τα νομικά πρόσωπα που έκλεισαν ισολογισμό την 31η Δεκεμβρίου 1992, για τα εισοδήματα τους που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων, υποχρεούνται να υποβάλλουν δήλωση φορολογίας εισοδήματος εντός δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση σχετικής προσκλήσεως στον Οικονομικό Τύπο. Ο οφειλόμενος, με βάση τη δήλωση αυτή, φάρος καταβάλλεται σε τρεις (3) ίσες μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες, η μεν πρώτη με την υποβολή της εμπρόθεσμης δήλωσης, οι δε υπόλοιπες την τελευταία εργάσιμη μέρα των δύο (2) επόμενων, από την υποβολή της δήλωσης, μηνών.

6.Καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 48, 49, 50 και 53 του ν.δ. 165/1973, καθόσον αφορά στο συμψηφισμό των μερισμάτων τα οποία δικαιούται να εισπράττει το Ελληνικό Δημόσιο εκ των κερδών του Ο.Τ.Ε..

7.Στο τέλος της παραγράφου 5 του άρθρου 8Α του ν.δ. 3843/1958 προστίθεται εδάφιο, που έχει ως εξής:

«Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής καθώς και της προηγούμενης παραγράφου 4 του παρόντος, έχουν ανάλογη εφαρμογή και επί των επιχειρήσεων της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του νόμου αυτού, σε περίπτωση πίστωσης του κεντρικού καταστήματος ή ανάληψης ή εξαγωγής στο εξωτερικό κερδών ή αποθεματικών, που δεν έχουν φορολογηθεί στο όνομα του νομικού προσώπου ή έχουν φορολογηθεί κατ’ ειδικό τρόπο με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης, ανεξάρτητα του χρόνου σχηματισμού τους.»1.Το ενδέκατο εδάφιο της περίπτωσης ιγ’ της παραγράφου 6 του άρθρου 8 του ν.δ. 3323/1955 (ΦΕΚ 214 Α) αντικαθίσταται ως εξής:

«Ειδικώς, τα χρηματικά ποσά. που καταβάλλονται λόγω δωρεάς σε αθλητικά σωματεία, λαμβάνονται υπόψη μόνον εφόσον κατατίθενται σε λογαριασμό τους στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ή σε τράπεζα που νόμιμα λειτουργεί στην Ελλάδα. Τα ποσά αστών των δωρεών αφαιρούνται από το συνολικό εισόδημα, εφόσον ο δωρητής υποβάλλει με την αρχική εμπρόθεσμη φορολογική του δήλωση τα ακόλουθα δικαιολογητικά:

α. Το πρωτότυπο του παραστατικού κατάθεσης του ποσού της δωρεάς.

β. Αντίγραφο πρακτικού του Διοικητικού .Συμβουλίου περί αποδοχής της δωρεάς θεωρημένο από τον Προϊστάμενο του Γραφείου Φυσικής Αγωγής του νομού της έδρας του σωματείου.

γ. Αντίγραφο της σελίδας του βιβλίου ταμείου του σωματείου, όπου έχει καταχωρηθεί το ποσό της δωρεάς θεωρημένο από τον παραπάνω προϊστάμενο του Γραφείου Φυσικής Αγωγής.»

2.Τα δυο εδάφια πριν από το τελευταίο της υποπερίπτωσης γΫ της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 35 του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίστανται ως εξής:

«Ειδικώς, τα χρηματικά ποσά, που καταβάλλονται λόγω δωρεάς σε αθλητικά σωματεία, λαμβάνονται υπόψη μόνον εφόσον κατατίθενται σε λογαριασμό στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ή σε Τράπεζα που νόμιμα λειτουργεί στην Ελλάδα.

Τα ποσά αυτών των δωρεών εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης εφόσον υφίστανται τα ακόλουθα δικαιολογητικά:

α Το πρωτότυπο του παραστατικού κατάθεσης του ποσού της δωρεάς.

β. Αντίγραφο πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου περί αποδοχής της δωρεάς θεωρημένο από τον Προϊστάμενο του Γραφείου Φυσικής Αγωγής του νομού της έδρας του σωματείου.

γ. Αντίγραφο της σελίδας του βιβλίου ταμείου του σωματείου, όπου έχει καταχωρηθεί το ποσό της δωρεάς, θεωρημένο από τον παραπάνω Προϊστάμενο του Γραφείου Φυσικής Αγωγής.»

3.Οι παράγραφοι 11 και 12 του άρθρου 16α του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίστανται ως εξής:

«11. Οι διατάξεις των άρθρων 15, εκτός από τα δυο τελευταία εδάφια της παραγράφου 1 αυτού, 49 έως και 74, εφαρμόζονται αναλόγως. Ειδικώς οι διατάξεις του άρθρου 15 δεν εφαρμόζονται για εταιρίες του άρθρου 13 του ν. 718/1977 (ΦΕΚ 304 Α’) για το οικονομικό έτος 1993.

Οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 5 αυτού του άρθρου δεν εφαρμόζονται για υπόχρεους, που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 3, οι οποίοι εκμεταλλεύονται ένα αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης».

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν για εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 1.1.1992 και μετά.

4.Στην παράγραφο 1 του άρθρου 44 του ν.δ. 3323/1955 προστίθεται τελευταίο εδάφιο ως εξής:

«Ειδικώς, εάν ο υπόχρεος παρακράτησης φόρου απασχολεί ή καταβάλλει συντάξεις σε περισσότερα από πεντακόσια (500) πρόσωπα, ανεξάρτητα από το διάστημα που διαρκεί μέσα στο έτος η απασχόληση ή η συνταξιοδότηση τους, υποχρεούται να αποδίδει τα ποσά που παρακράτησε, κατά τη διάρκεια κάθε μήνα, μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου από την παρακράτηση μήνα.»

5.Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται από 1 Οκτωβρίου 1993 γιο τα ποσά φόρου. τελών και εισφορών που παρακρατούνται από την ημερομηνία αυτή και μετά.

6.Στο τέλος της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 3 του άρθρου 40 του ν.δ. 3323/1955 προστίθεται εδάφιο, το οποίο έχει ως εξής:

«Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται η φορολογική αρχή που είναι αρμόδια για την επιστροφή του φόρου στο δικαιούχο, σε περίπτωση που το ποσό του φόρου που παρακρατήθηκε υπερβαίνει αυτό που οφείλεται».

7.Οι διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 7 του άρθρου 44 του ν.δ. 3323/1955 εφαρμόζονται αναλόγως και για τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.

8.Στις παραγράφους 5 του άρθρου 9 και 3 του άρθρου 45 του ν.δ. 3323/1955 τα γράμματα «ΣΤ» γίνονται «Ζ».

9.Στην παράγραφο 2 του άρθρου 65 του ν.δ. 3323/1955, μετά τις λέξεις «οικονομικών υπηρεσιών», η τελεία αντικαθίσταται με κόμμα (,) και προστίθενται οι λέξεις «ύστερα από αίτηση του φορολογουμένου».

10…………………

11…………………

12.Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 8 του άρθρου 16α του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίσταται ως εξής:

«8. Τα ποσά του φόρου, της προκαταβολής και των τυχόν τελών ή εισφορών, που οφείλονται με βάση τη δήλωση αυτού του άρθρου, καταβάλλονται σε πέντε (5) ίσες μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη με την υποβολή της εμπρόθεσμης δήλωσης, η δεύτερη μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου μήνα από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης και καθεμία από τις επόμενες την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα των αντίστοιχων μηνών».

13.Στο άρθρο 7 παράγραφος 1 Κεφάλαιο Β του ν.δ. 3323/1955 προστίθεται περίπτωση θ’, που έχει ως εξής:

«θ. Οι τόκοι ομολογιακών δανείων που εκδίδονται από δήμους και κοινότητες».

14.Στην παράγραφο 7 του άρθρου 21 του ν. 1921/1991 προστίθενται περιπτώσεις ι’ και ια’, οι οποίες έχουν ως εξής:

«ι) καταθέσεις σε δραχμές μη κατοίκων Ελλάδας, ια) εντόκους τίτλους που εκδίδονται από τους δήμους και τις κοινότητες.»

15.Η περίπτωση β’ της παρ. 3 του άρθρου 6 του ν.δ. 3843/1958, αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«β) Τα εκ των κινητών αξιών εισοδήματα των περιπτώσεων α’ έως και θ’ του εδαφίου Β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του ν.δ. 3323/1955 τα κτώμενα υπό νομικών προσώπων υποκειμένων στη φορολογία του παρόντος.»

16.Τα προβλεπόμενα υπό της περιπτώσεως θ’ του Κεφαλαίου Β της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του ν.δ. 3323/1955 ομολογιακά δάνεια δήμων και κοινοτήτων θα εκδίδονται ύστερα από έγκριση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Στα δάνεια αυτά δεν θα χορηγείται εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και η εξόφληση τους θα γίνεται από μελλοντικά έσοδα των δήμων και κοινοτήτων ή εκχώρηση εσόδων τους ή από έσοδα από εκποίηση ακίνητης περιουσίας τους.1.Στο τέλος της παραγράφου 6 του άρθρου 4 του ν. 2120/1993 (ΦΕΚ 24 Α’) προστίθεται εδάφιο, που έχει ως εξής:

«Επίσης εφαρμόζονται αναλόγως και στις εκκρεμείς υποθέσεις εισφοράς του ν. 960/1979 (ΦΕΚ 191 Α) μέχρι και του έτους 1992, για τις οποίες έχουν υποβληθεί εμπρόθεσμες δηλώσεις».

2.Στην περίπτωση γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 16 του ν. 1882/1990 (ΦΕΚ 43 Α*) προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Ειδικώς σε περιπτώσεις κτήσης του ακινήτου αιτία θανάτου ή δωρεάς-γονικής παροχής και εφόσον συντρέχει νόμιμος λόγος μετάθεσης του χρόνου γένεσης της φορολογικής ενοχής, ως τιμή κτήσης για τον προσδιορισμό του φόρου αυτόματου υπερτιμήματος. θεωρείται εκείνη του χρόνου επαγωγής της κληρονομιάς ή κατάρτισης του δωρητηρίου συμβολαίου».

3.Στο άρθρο 39 του ν.δ. 118/1973 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:

«3. Σε περίπτωση μεταβίβασης ακινήτου αιτία δωρεάς με ιδιωτικό έγγραφο (ανώμαλη δικαιοπραξία), η φορολογική υποχρέωση γεννιέται κατά το χρόνο υποβολής της οικείας φορολογικής δήλωσης».

4.Στην παράγραφο 1 του άρθρου 42 του ν.δ. 118/1973 προστίθεται περίπτωση (Γ), ως εξής:

«Γ. Οι διατάξεις των περιπτώσεων Α’ και Β’ της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται ανάλογα και σε ανάκληση δωρεών εν ζωή επικαρπίας».

5.Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 106 του ν.δ. 118/1973 αντικαθίσταται ως εξής:

«Η απαγόρευση του προηγούμενου εδαφίου ισχύει και κατά τη μεταγραφή οποιασδήποτε πράξης συμβολαιογραφικής ή πράξης δημόσιας αρχής ή απόφασης δικαστικής. Αν η μεταγραφή γίνεται συνεπεία ενέργειας τρίτου που έχει έννομο συμφέρον, με μέριμνα του υποθηκοφύλακα, ενημερώνεται σχετικώς ο προϊστάμενος της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., μέσα στον επόμενο από τη μεταγραφή μήνα».

6.Η διάταξη του άρθρου 6 του ν. 2019/1992 (ΦΕΚ 34 Α’) αριθμείται ως παράγραφος 1 και προστίθεται παράγραφος 2, που ισχύει από την έναρξη ισχύος του άρθρου αυτού, ως εξής:

«2. Η επιστροφή έκτακτης εισφοράς, η οποία καταβλήθηκε τυχόν αχρεώστητα, γίνεται με την έκδοση, από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. στην οποία υποβλήθηκαν ή θα υποβληθούν τα δικαιολογητικά για νέο υπολογισμό της εισφοράς, ατομικού φύλλου έκπτωσης (Α.Φ.ΕΚ).

Για την έκδοση του Α.Φ.ΕΚ. απαιτείται:

α) Πράξη του προϊστάμενου της Δ.Ο.Υ., για το νέο υπολογισμό της εισφοράς.

β) Αποδεικτικό καταβολής της εισφοράς, ανεξαρτήτως υπηρεσίας στην οποία καταβλήθηκε.

γ) Σε περίπτωση που την εισφορά κατέβαλε άλλος από εκείνον του οποίου τα στοιχεία αναγράφονται στο αποδεικτικό, ο καταβολών, προσκομίζοντας το αποδεικτικό καταβολής, υποβάλλει υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν.1599/1986 (ΦΕΚ 75 Α’) ότι η καταβολή έγινε από τον ίδιο και εκδίδεται το σχετικό Α.Φ.ΕΚ., χωρίς περαιτέρω έλεγχο».

7.Η διαδικασία επιστροφής, που προβλέπεται από την προηγούμενη παράγραφο, ισχύει μέχρι 31.10.1993.Οι παρακάτω διατάξεις του Π.Δ. 186/1992 (ΦΕΚ 84 Α), «Κώδικας Βιβλίων και Στοιχείων» τροποποιούνται και συμπληρώνονται ως εξής:

1.Η φράση «ένωση προσώπων» που αναφέρεται στις διατάξεις των άρθρων 2 παραγρ. 1 και 4 παραγρ. 5, απαλείφεται.

2.Στην παράγραφο 3 του άρθρου 3 προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:

«Ειδικά, για τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές η ονοματολογία – περιγραφή του είδους λαμβάνεται όπως αυτή καθορίζεται από τη σχετική κοινοτική νομοθεσία».

3.Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 4 αντικαθίσταται, ως εξής:

«2. Στην τρίτη κατηγορία οι ημεδαπές και οι αλλοδαπές ανώνυμες και περιορισμένης ευθύνης εταιρείες, καθώς και οι κοινοπραξίες ή άλλης νομικής μορφής επιχειρήσεις κατασκευής δημόσιων έργων, εφόσον ο προϋπολογισμός του έργου που αναλαμβάνουν υπερβαίνει το όριο τήρησης βιβλίων τρίτης κατηγορίας».

4.Οι επιχειρήσεις κατασκευής δημόσιων έργων της προηγούμενης παραγράφου, που έχουν συσταθεί και λειτουργούν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. θα τηρήσουν βιβλία τρίτης κατηγορίας από 1ης Ιανουαρίου 1994.

5.Στο τέλος του άρθρου 4 προστίθεται νέα παράγραφος 9 ως εξής:

«9. Σε περιπτώσεις μετασχηματισμού επιχειρήσεων, η νέα εταιρεία έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις νια την εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα αυτού, που είχε οποιαδήποτε όπως επιχειρήσεις ή κλάδους που μετασχηματίστηκαν».

6.Μετά το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 14 του άρθρου 12 προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:

«Στις προαναφερόμενες περιπτώσεις έκδοσης του τιμολογίου σε χρόνο μεταγενέστερο της παράδοσης ή αποστολής των αγαθών, όταν αυτές αφορούν ενδοκοινοτικές αποστολές ή παραδόσεις αγαθών, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 22α του ν..1642/1986 (ΦΕΚ .125 Α’) το τιμολόγιο εκδίδεται το αργότερο μέχρι τη 15η του επόμενου μήνα της παράδοσης ή αποστολής των αγαθών και πάντως μέσα στην ίδια διαχειριστική περίοδο των συμβαλλομένων.»

7.Στο τέλος της παραγράφου 4 του άρθρου 13 προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:

«Στα εκδιδόμενα από τις τράπεζες και λοιπά πιστωτικά ιδρύματα, παραστατικά στοιχεία πάσης φύσεως εισπράξεων ή πληρωμών μετρητοίς για συναλλαγές φυσικών ή νομικών προσώπων ή κοινοπραξιών ποσού άνω των τεσσάρων εκατομμυρίων (4.000.000) δραχμών αναγράφεται και ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου του συναλλασσομένου. Σε περίπτωση αλλοδαπού φυσικού προσώπου αναγράφεται ο αριθμός διαβατηρίου ή ταυτότητας».

8.Στην παράγραφο 6 του άρθρου 20 η περίπτωση α’ αντικαθίσταται και προστίθεται νέα περίπτωση δ’ ως εξής:

«α) οι τράπεζες για τους τόκους καταθέσεων που χορηγούν, καθώς και για τους τόκους και τις προμήθειες που χορηγούν σε άλλες τράπεζες ή λαμβάνουν από αυτές ή από άλλους επιτηδευματίες. Κατ’ εξαίρεση, οι τράπεζες υποχρεούνται να υποβάλλουν καταστάσεις του άρθρου αυτού για τις προμήθειες που λαμβάνουν από επιτηδευματίες που πωλούν αγαθά ή παρέχουν υπηρεσίες σε κατόχους-χρήστες πιστωτικών καρτών.

δ) οι επιτηδευματίες για τις πωλήσεις αγαθών και υπηρεσιών εκτός της χώρας, καθώς και για τις αγορές αγαθών ή υπηρεσιών από επιχειρήσεις που δεν ασκούν δραστηριότητα εντός της χώρας».

9.Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 32 αντικαθίσταται ως εξής:

«Θεωρείται απόκρυψη της συναλλαγής και επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με τη συνολική της αξία και η περίπτωση διακίνησης αγαθών, χωρίς το συνοδευτικό φορολογικό στοιχείο, που προβλέπεται από τον Κώδικα αυτόν.»

10.Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 34 αντικαθίσταται ως εξής:

«Το πρόστιμο επιβάλλεται με απόφαση του προϊστάμενου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., στην οποία γίνεται σύντομη περιγραφή της παράβασης και αναγράφεται το πρόστιμο που επιβάλλεται για αυτή».

11.Το δεύτερο και επόμενα εδάφια της παραγράφου 3 του άρθρου 34 καταργούνται.

12.Στο τέλος της περίπτωσης γ’ του άρθρου 38 προστίθεται νέα υποπερίπτωση γι’, ως εξής:

«γι) να απαλλάσσει κατηγορία επιτηδευματιών, ολόκληρης της χώρας ή τμήματος αυτής και για το σύνολο των εργασιών τους ή για τμήμα μόνον αυτών, από την τήρηση βιβλίων πρώτης ή δεύτερης κατηγορίας».

13.Οι διατάξεις του άρθρου 48 του ν. 2065/1992 εφαρμόζονται και σε περίπτωση παρεμπόδισης ενέργειας προληπτικού ελέγχου εφαρμογής των διατάξεων του Π.Δ.186/1992.

14.Με τις ποινές τις προβλεπόμενες από την παράγραφο 1 του άρθρου 45 του ν. 2065/1992 τιμωρούνται οι αρμόδιοι διευθυντές και οι προϊστάμενοι υπηρεσιών και τμημάτων Δημόσιων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και γενικώς επιχειρήσεων στις οποίες συμμετέχει το Δημόσιο, οι οποίοι, ως υπεύθυνοι, παρέλειψαν να εφαρμόσουν διατάξεις του Π.Δ.186/1992. Οι διατάξεις της παραγράφου 7 του ως άνω άρθρου ισχύουν και στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου.1…………………

2…………………

3…………………

4…………………

5…………………

6…………………

7…………………

8…………………

9…………………

10…………………

11.Στις εκκρεμείς αιτήσεις επιστροφής εισφορών για εξαγωγές αρμοδιότητας του Ε.Ο.Φ. των εδαφίων στ και ζ της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του ν. 1316/1983 (ΦΕΚ 3 Α), η διαδικασία επιστροφής στους δικαιούχους, που προβλέπεται από τις αποφάσεις 1079647/8351-25/0016/1992 (ΦΕΚ 607 Β) των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και 1031790/2051/575/ΠΟΛ.1078/2.4.1991 (ΦΕΚ 265 Β’) του Υπουργού Οικονομικών, ενεργείται εντός μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.

12.Απαιτήσεις επιχειρήσεων που έχουν δημιουργηθεί μέχρι 30.6.1993 κατά νοσηλευτικών ιδρυμάτων Ν.Π.Δ.Δ., που προέρχονται από διάθεση α’ αυτά ιατροφαρμακευτικού υλικού, εκχωρούνται στο Δημόσιο για συμψηφισμό τους με χρέη, των ως άνω επιχειρήσεων προς το Δημόσιο, που προέρχονται από εισφορά υπέρ Ε.Ο.Φ. του ν. 1316/1983, όπως αυτός ισχύει σήμερα. Η εκχώρηση γίνεται με απλή δήλωση της ενδιαφερόμενης επιχείρησης, κοινοποιείται δε στη Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) στην. οποία είναι βεβαιωμένες οι ως άνω οφειλές, καθώς και στο νοσηλευτικό ίδρυμα κατά του οποίου υπάρχει η απαίτηση της επιχείρησης. Για κάθε απαίτηση κατά νοσηλευτικού ιδρύματος υποβάλλεται χωριστή δήλωση εκχώρησης στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.. Στη δήλωση αυτήν επισυνάπτεται υποχρεωτικά σχετική βεβαίωση του νοσηλευτικού ιδρύματος, από την οποία πρέπει να προκύπτει ότι η απαίτηση της επιχείρησης είναι βεβαία και εκκαθαρισμένη, ότι αυτή δεν έχει εκχωρηθεί ή κατασχεθεί και ότι η μη πληρωμή της οφείλεται σε έλλειψη πιστώσεων. Από την ημερομηνία της ως άνω εκχώρησης, η αποδοχή της οποίας είναι υποχρεωτική για τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., αποσβένονται κατά ίσο ποσό οι αμοιβαίες απαιτήσεις με θεωρούμενο χρόνο συνύπαρξης αυτών την ημερομηνία εκχώρησης της οφειλής. Η λογιστική τακτοποίηση των οφειλών θα γίνει με την καταβολή της εκχωρηθείσας απαίτησης από το νοσηλευτικό ίδρυμα, οπότε θα χορηγηθεί το σχετικό αποδεικτικό είσπραξης στην επιχείρηση. Η διαδικασία χορήγησης της βεβαίωσης από το νοσηλευτικό ίδρυμα και άλλες λεπτομέρειες εφαρμογής της παραγράφου αυτής ρυθμίζονται με αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η παράγραφος 12 του άρθρου 38 του ν. 2065/1992, όπως ισχύει, εφαρμόζεται και εν προκειμένω.

13.α. Η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα οφειλέτη του Δημοσίου αναστέλλεται με σχετική πράξη της αρχής που εξέδωσε αυτή, εάν:

αα) ο οφειλέτης αποδείξει απέχει εκκρεμή ληξιπρόθεσμη απαίτηση κατά ξένου κράτους, προκύψασα από την εκτέλεση από αυτόν ατομικά ή υπό εταιρικό τύπο, τεχνικού έργου στο κράτος αυτό

ββ) η εκκρεμής ως άνω απαίτηση του οφειλέτη είναι τουλάχιστον ίση με το ποσό της οφειλής του προς το Δημόσιο, και

γγ) πριν από κάθε ενέργεια της αρμόδιας αρχής εγχωρηθεί στο Δημόσιο με απλή δήλωση η κατά του ξένου κράτους απαίτηση του ως άνω οφειλέτη, κατά ποσό τουλάχιστον ίσο με το προς το Δημόσιο χρέος του. Η εκχώρηση της απαίτησης αυτής δε συμψηφίζεται με τις οφειλές του ιδίου προς το Δημόσιο μέχρι του χρόνου εισπράξεως της.

β. Η απόδειξη της ύπαρξης της ως άνω απαίτησης κατά του ξένου κράτους μπορεί να γίνει με βεβαίωση της οικείας Ελληνικής Πρεσβείας.

γ. Ποινική εκκρεμής δίωξη κατά του ως άνω οφειλέτη, βάσει των άρθρων 25 του ν. 1882/1990 αναστέλλεται, κατόπιν εγγράφου της αρμόδιας αρχής προς την αρμόδια Εισαγγελία, όταν πληρωθούν όλες οι προϋποθέσεις του εδαφίου α’ ως άνω και για χρέη μέχρι το ύφος της εκχώρησης.

δ. Εάν συντρέξουν όλες οι προϋποθέσεις του εδαφίου α’ ως άνω ο οφειλέτης δε διώκεται με προσωπική κράτηση του άρθρου 46 του ν. 2065/1992 μέχρι ματαιώσεως της ικανοποιήσεως του Δημοσίου διά της εκχωρηθείσας εις αυτό ως άνω απαιτήσεως.

ε. Μέχρι του πιο πάνω χρόνου αναστέλλεται και η παραγραφή της αξιώσεως του Δημοσίου κατά του οφειλέτη.

στ. Η κατά το εδάφιο δ’ ως άνω ματαίωση της ικανοποιήσεως του Δημοσίου διαπιστούται οριστικώς και ανελέγκτως καθ’ οιανδήποτε, ουσιαστική ή ακυρωτική διαδικασία, δια πράξεως του Υπουργού Οικονομικών.

14.Οφειλές των Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Αστικών και Υπεραστικών Λεωφορείων (Κ.Τ.ΕΛ.) και της Δημοτικής Επιχείρησης Συγκοινωνιών Ρόδου «ΡΟΔΑ» που προέρχονται από δάνεια που τους είχαν χορηγηθεί μέχρι 30.4.1990 με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου ανεξαρτήτως αν έχουν βεβαιωθεί ή όχι μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.), διαγράφονται σε βάρος του Δημοσίου. Οι διαγραφές θα γίνονται οίκοθεν με πράξη του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.. Απαραίτητη προϋπόθεση για τη διαγραφή αυτή αποτελεί η προσκόμιση, από το ενδιαφερόμενο Κ.Τ.Ε.Λ., βεβαίωσης του αρμόδιου δικαστηρίου, από την οποία να προκύπτει, ότι το Κ.Τ.Ε.Λ. παραιτείται δια παντός, από τυχόν ασκηθείσες αγωγές κατά του Δημοσίου, καθώς επίσης και από το δικαίωμα διεκδίκησης κατά του Δημοσίου απαιτήσεων, κατά την κρίσιμη περίοδο μέχρι 30 Απριλίου 1990, για την οποία διαγράφονται οι συγκεκριμένες οφειλές.

15.Από το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.) όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 28 του ν.1882/1990, διαγράφεται η λέξη «αυξητικώς».

16.Οι μέχρι 31-5-1993 καθυστερούμενες κύριες ασφαλιστικές εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης μισθωτών αρμοδιότητας Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων κεφαλαιοποιούνται κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης μαζί με τα πρόσθετα τέλη, τόκους και λοιπές προσαυξήσεις και επιβαρυνθείς, δικαστικά έξοδα, έξοδα εκτέλεσης κλπ. διακανονίζονται και εξοφλούνται ως εξής:

α) Το 10% της κεφαλαιοποιούμενης συνολικής οφειλής προκαταβάλλεται.

β) Το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται σε 36 μηνιαίες ισόποσες δόσεις που το ποσό της καθεμιάς δεν μπορεί να είναι μικρότερο των 30.000 δρχ. Το ποσό της κύριας οφειλής κάθε δόσης θα προσαυξάνεται με το ποσοστό εκπρόθεσμης καταβολής, όπως τούτο εκάστοτε ορίζεται σύμφωνα με την Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που προβλέπεται από το τελευταία εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ν.δ. 356/1974 (ΦΕΚ 90 Α’), όπως τούτο προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 28 του ν.δ. 1882/1990 (ΦΕΚ 43 Α), προοδευτικά για κάθε μήνα, αρχής γενομένης από την ημερομηνία καταβολής της δεύτερης δόσης.

γ) Η αίτηση για το διακανονισμό πρέπει να υποβληθεί μέχρι την 30-9-1993.

δ) Η προκαταβολή ως και η καταβολή της πρώτης δόσης πρέπει να καταβληθούν μέχρι την 31-10-1993.

Προϋπόθεση υπαγωγής στο διακανονισμό αλλά κα συνέχισης καταβολής των δόσεων είναι η μη ύπαρξη οφειλής από τρέχουσες απαιτητές εισφορές. Η μη εμπρόθεσμη καταβολή τριών δόσεων συνολικά συνεπάγεται την αμετάκλητη απώλεια του παρεχόμενου με το νόμο αυτόν ευεργετήματος της τμηματικής εξόφλησης των οφειλόμενων εισφορών και καθιστά άμεσα απαιτητό το σύνολο του οφειλόμενου ποσού από κύρια εισφορά με τα αναλογούντα σε αυτή κατά την ημέρα εξόφλησης πρόσθετα τέλη, επιβαρύνσεις, προσαυξήσεις, αυτοτελή πρόσθετα τέλη κ.λπ.. Στο διακανονισμό αυτόν υπάγονται και οι εισφορές ασφαλισμένου και εργοδότη υπέρ ΙΚΑ-ΕΛΔΕΟ καθώς και οι εισφορές όλων των Οργανισμών επικουρικής ασφάλισης, αρωγής, ασθένειας, πρόνοιας αρμοδιότητας Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, εξαιρουμένων των εισφορών από προαιρετική ασφάλιση και των εισφορών για πς οποίες προβλέπεται ρύθμιση σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 72 του ν. 2084/1992. Οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται και για πς καθυστερούμενες εισφορές προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής των οποίων οι εισφορές συνεισπράττονται από τα Ι.Κ.Α.. Στις επιχειρήσεις που οφείλουν στο Ι.Κ.Α.. έχουν υπαχθεί στην παρούσα ρύθμιση και τηρούν τους όρους της ρύθμισης αυτής, χορηγείται βεβαίωση της παρ. 7 του άρθρου 39 του ν. 2065/1992 με υποχρεωτική παρακράτηση ποσοστού 10% από τις εκκαθαρισμένες απαιτήσεις τους κατά του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., δήμων και κοινοτήτων, συμπεριλαμβανομένων και των εξαγωγικών επιτοκίων, επιδοτήσεων, επιχορηγήσεων κ,λπ. που αποδίδεται στο Ι.Κ.Α.. Τα παρακρατούμενα και αποδιδόμενα στο Ι.Κ.Α. ποσά αφαιρούνται από την οφειλή των τελευταίων δόσεων, οι οποίες θα επιβαρύνονται με την προσαύξηση της περ. β’ της παραγράφου αυτής κατά την ημερομηνία έκδοσης της σχετικής επιταγής. Συμψηφίζονται όμως υποχρεωτικά με τις οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές οι εκκαθαρισμένες απαιτήσεις από το Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ., δήμους και κοινότητες των αναδόχων οικοδομικοτεχνικών έργων του Δημοσίου, οι προερχόμενες από εξόφληση τελικού λογαριασμού, έστω και αν αυτοί είναι ενήμεροι με την παρούσα ρύθμιση. Για όσο διάστημα οι εργοδότες τηρούν τους όρους του διακανονισμού αναστέλλεται η διαδικασία λήψης αναγκαστικών μέτρων. Και εξαίρεση η συμμόρφωση με τους όρους του διακανονισμού δεν συνεπάγεται την άρση των κατασχέσεων και υποθηκών που έχουν επιβληθεί. Αναβάλλονται όμως οι ποινικές δίκες για παράβαση του α.ν. 86/1967 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει και αναστέλλεται ή διακόπτεται η εκτέλεση των καταδικαστικών αποφάσεων για παράβαση του ίδιου νόμου και δεν λαμβάνονται τα μέτρα που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 46 του ν. 2065/1992.

Επίσης δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 7 του ν. 1902/1990 που αφορούν το μέτρο της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα των οφειλετών του Ι.Κ.Α.. Οι κατατεθείσες εγγυητικές επιστολές για ρύθμιση της οφειλής επιστρέφονται, διατηρούνται δε οι κατατεθείσες για άλλους λόγους ή αντικαθίστανται με νέες που θα καλύπτουν τις δόσεις της παρούσας ρύθμισης. Οι παραπάνω αναστολές παύουν εφόσον ο υπόχρεος δεν καταβάλλει τρεις συνολικά δόσεις. Το Ι.Κ.Α. και οι άλλοι ασφαλιστικοί οργανισμοί κύριας ασφάλισης μισθωτών χορηγούν βεβαίωση ενημερότητας για τη δανειοδότηση – χρηματοδότηση επιχειρήσεων από τράπεζες ή οποιοδήποτε άλλο πιστωτικό ίδρυμα, εφόσον η επιχείρηση έχει υπαχθεί στο διακανονισμό και τηρεί τους όρους της ρύθμισης. Σε περίπτωση που βεβαιωθούν εισφορές (τρέχουσες) από το Ι.Κ.Α. μετά τη ρύθμιση που έγινε με την παρούσα διάταξη δύναται ο εργοδότης να καταβάλλει αυτές και να πιστωθούν στο χρόνο που αντιστοιχούν κατά παρέκκλιση του άρθρου 21 παρ. 4 του ν.1902/1990, εφόσον δι’ αυτού του τρόπου συνεχίζεται η ρύθμιση.

17.Η προθεσμία που προβλέπεται από την παρ. 2 του άρθρου 72 του ν. 2084/1992 για την υποβολή αιτήσεων ρύθμισης καθυστερούμενων οφειλών σε φορείς αυτοαπασχολουμένων ισχύει μέχρι 30.4.1994

18.Το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 ως και το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 61 του ν.2145/1993 αντικαθίστανται ως εξής:

«Αναστέλλεται η καταβολή των τρεχουσών ασφαλιστικών εισφορών προς τους οργανισμούς της προηγούμενης παραγράφου περιόδου από 1.3.1993 έως 31.12.1993.»

Η αίτηση για το διακανονισμό πρέπει να υποβληθεί μέχρι 30.9.1993. Όσοι ήσαν ενήμεροι την 28-2-1993 με προηγούμενες υπουργικές αποφάσεις για ρύθμιση χρεών μπορούν να καταβάλλουν όλες τις ληξιπρόθεσμες δόσεις μέχρι 30-9-1993 και να συνεχίσουν την υπαγωγή τους στις σχετικές ρυθμίσεις.

19.Το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 61 του ν. 2145/1993 καταργείται.

20.Η προβλεπόμενη από την παρ. 1 του άρθρου 1 της αριθ.Φ11/616/15.3.91 απόφασης του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων που κυρώθηκε με το ν. 1976/1991 24μηνη αναστολή καταβολής εισφορών στο Ι.Κ.Α. για επιχειρήσεις που υπέστησαν ζημιές από τρομοκρατικές ή άλλες βίαιες ενέργειες πριν από τη ισχύ του παρόντος επεκτείνεται σε 36 μήνες. Για τις καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές επιχειρήσεων, που υπέστησαν ζημίες από τρομοκρατικές ενέργειες κατά τις 18.3.1990 και 10.1.1991 και είχαν υπαχθεί στις ρυθμίσεις της Φ11/οικ. 792/6.3.1989 (ΦΕΚ 175/Β/8.3.1989), Υπουργικής Απόφασης, που κυρώθηκε με το άρθρο 16 του ν. 1858/1989 (ΦΕΚ 148 Α’) δεν υπολογίζονται πρόσθετες επιβαρύνσεις για το χρονοδιάστημα από της υπαγωγής στη ρύθμιση αυτή μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για την υπαγωγή στη νεότερη ρύθμιση της υπ’ αριθμ. Φ11/ 656/15.3.1991 Υπουργικής Απόφασης.

21.Με απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων θα ρυθμισθεί η εξόφληση καθυστερούμενων μέχρι 31-5-1993 εισφορών προς τους Ασφαλιστικούς Οργανισμούς αρμοδιότητας του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων των Εφημερίδων Επαρχιακού Τύπου μετά των πρόσθετων τελών και λοιπών επιβαρύνσεων. Τα παραπάνω ισχύουν και για τις καθυστερούμενες εισφορές του Ο.Σ.Ε. και των ΕΛ.ΤΑ. μετά των πρόσθετων τελών και λοιπών επιβαρύνσεων προς τα ασφαλιστικά ταμεία του προσωπικού τους.

22.Υποχρεώσεις προς το Δημόσιο από οφειλές φόρων πλην Φ.Π.Α., τόκων τους, προσαυξήσεων, προστίμων και λοιπών επιβαρύνσεων των κάτωθι Ν.Π.Δ.Δ.:

(α) Περιφερειακό Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Αθήνας «ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ»,

(β) Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθήνας «ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΕΙΟ» Ε.Ε.Σ.,

(γ) Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο «ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ»,

(δ) Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθήνας «ΚΑΤ».

(ε) Νομαρχιακό Γενικό Νοσοκομείο Αθήνας «ΠΑΤΗΣΙΩΝ»,

(στ) Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Μαιευτήριο «ΕΛΕΝΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ»,

που δημιουργήθηκαν από τη λειτουργία τους ως Ν.Π.Ι.Δ. και τα οποία με τη δημοσιοποίησή τους ανέλαβαν την καταβολή τους, διαγράφονται αναδρομικά από την ημερομηνία υπαγωγής τους στις διατάξεις του ν.δ/τος 2592/1953.

Η διαγραφή διενεργείται οίκοθεν με πράξη του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ..

23.Οφειλές προς τις τράπεζες των Επιχειρήσεων και Επαγγελματιών, που πλήγηκαν από την πυρκαγιά της 10.1.1991 που εκδηλώθηκε στο κτίριο επί των οδών Πανεπιστημίου 62 και Θεμιστοκλέους 1 και από τη βομβιστική ενέργεια της 18.3.1990 στο κτίριο επί της οδού Πατησίων 38, προερχόμενες από δάνεια χορηγηθέντα μέχρι 31.12.1992 και υπαγόμενες κατόπιν κοινών αποφάσεων των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων σε ρύθμιση μακροπρόθεσμης εξόφλησης, με την εγγύηση του Δημοσίου εξοφλούνται από το Δημόσιο. Τα εκ των οφειλών αυτών ποσά που προκύπτουν μετά την αφαίρεση των τόκων, που με βάση κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων βαρύνουν το Δημόσιο, και των φόρων και λοιπών τελών που από διατάξεις νόμων προβλέπεται απαλλαγή, βεβαιώνονται ως δημόσια έσοδα σε βάρος των οφειλετών στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και εξοφλούνται χωρίς προσαυξήσεις εντός δέκα (10) ετών με εξαμηνιαίες δόσεις, της πρώτης καταβλητέας μετά πάροδο ενός (1) έτους από της ισχύος του παρόντος νόμου. Το δικαίωμα για την κατά τα ανωτέρω εξόφληση στις Δ.Ο.Υ. απόλλυται στην περίπτωση που δεν εξοφληθούν τρεις (3) συνεχόμενες δόσεις και καθίσταται απαιτητό ολόκληρο το ποσό της οφειλής με τις νόμιμες προσαυξήσεις επ’ αυτού. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που θα εκδοθεί εφάπαξ εντός τριών (3) μηνών από της ισχύος του παρόντος νόμου, θα καθορισθεί ο χρόνος, ο τρόπος εξόφλησης των τραπεζών, οι καταβλητέοι τόκοι, ο Λογαριασμός του Δημοσίου που θα επιβαρυνθεί η βεβαιούσα Αρχή και η διαδικασία βεβαίωσης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Μέχρι την έκδοση της ανωτέρω απόφασης αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών μέτρων κατά των εν λόγω οφειλετών.

24.Οφειλές από ειδικό φόρο ραδιοτηλεοπτικών διαφημίσεων των ν. 1326/1983, ν. 1884/1990, ν. 1947/1991 (ΦΕΚ 70 Α’). που ανάγονται σε χρονικό διάστημα μέχρι 31.5.1993, κεφαλαιοποιούνται, διακανονίζονται και εξοφλούνται με υποβολή δήλωσης και σχετικής αίτησης στον αρμόδιο προϊστάμενο Δ.Ο.Υ., σύμφωνα με τη διαδικασία και τον τρόπο εξόφλησης, που αναφέρεται στις περιπτώσεις α’. β’, γ’, δ’ της παραγράφου 16 του παρόντος άρθρου. Κατά την υποβολή της δήλωσης θα υπολογισθούν μόνο οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ν.δ. 356/1974. Οι διατάξεις των παραγράφων 6 έως και 10 του παρόντος άρθρου ισχύουν και στην προκειμένη περίπτωση.

25.Οι δόσεις της προηγούμενης παραγράφου δεν μπορούν να υπαχθούν στον τρόπο εξόφλησης των παραγράφων 1 έως 4 του παρόντος άρθρου.

26.Οι υποχρεώσεις του Δημοσίου, που απορρέουν από την 358/8/1982 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής, άρθρο 3 του θέματος 8, προς επιδότηση του επιτοκίου των δανείων Τύπου υπόκεινται σε δωδεκαετή παραγραφή. Τα εν λόγω δάνεια Τύπου υποβάλλονται σε αναδρομική ρύθμιση από το χρόνο ισχύος και υπό τους όρους της 358/8/1982 αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής με μονομερή δήλωση του δανειολήπτη προς το δανειστή υπό τον όρον ότι ο δηλών δανειολήπτης προσφέρεται ταυτοχρόνως να εξοφλήσει αμέσως και εφάπαξ το σύνολο του ούτω ρυθμιζόμενου δανείου του.

27.Χρέη προς το Δημόσιο ή εισπραττόμενα από το Δημόσιο, προερχόμενα από οποιανδήποτε αιτία, των Ποδοσφαιρικών Ανωνύμων Εταιρειών (Π.Α.Ε.) και των ερασιτεχνικών σωματείων αυτών, που έχουν βεβαιωθεί για είσπραξη στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου, δύναται να καταβληθούν σε εκατόν είκοσι (120) ίσες μηνιαίες δόσεις μαζί με τις οφειλόμενες μέχρι την ίδια ημερομηνία προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής. Στον τρόπο αυτόν εξόφλησης δύναται να υπάγονται και τα χρέη προς το Δημόσιο της παραπάνω κατηγορίας οφειλετών, που θα βεβαιώνονται οριστικά, είτε ύστερα από φορολογικούς ελέγχους, είτε ύστερα από οριστικές αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων και θα αφορούν υποχρεώσεις της περιόδου μέχρι και 30-6-1993.

28.Προϋπόθεση για την υπαγωγή στον τρόπο αυτόν εξόφλησης είναι η υποβολή αίτησης στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος για τα χρέη τα οποία είναι βεβαιωμένα κατά την ημερομηνία αυτήν και εντός ενός (1) μηνός από την ημερομηνία βεβαίωσης για χρέη που τυχόν βεβαιωθούν μεταγενέστερα

29.Η καταβολή των δόσεων εξυπηρετείται με παρακράτηση του ποσού κάθε δόσης από την κρατική επιχορήγηση που καταβάλλεται κάθε μήνα στις Π.Α.Ε. και τα ερασιτεχνικά σωματεία, καθώς και από τα πάσης φύσεως άλλα έσοδα που τυχόν καταβάλλονται από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού στις Π.Α.Ε.. Η παρακράτηση θα ενεργείται από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού βάσει εγγράφων των αρμόδιων Δ.Ο.Υ.. Σε περίπτωση που η παρακρατούμενη επιχορήγηση δεν καλύπτει το ποσό της οφειλόμενης δόσης η διαφορά καταβάλλεται υποχρεωτικά από την Π.Α.Ε. ή το σωματείο στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.. Η παράλειψη καταβολής του επιπλέον ποσού προς κάλυψη του συνολικού ποσού δύο (2) συνεχών δόσεων συνεπάγεται την απώλεια του ευεργετήματος του τρόπου εξόφλησης και το υπόλοιπο του χρέους καθίσταται εφάπαξ απαιτητό υπολογιζόμενων και των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής. Η παρακράτηση της πρώτης δόσης και η καταβολή της τυχόν επιπλέον διαφοράς θα γίνουν εντός μηνός από την υποβολή της αίτησης. Οι υπόλοιπες δόσεις θα καταβάλλονται την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επόμενων μηνών.

30.Κατά την εξόφληση κάθε δόσης των προηγούμενων παραγράφων θα υπολογίζονται προς καταβολή και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής υπολογιζόμενες επί του κεφαλαίου της δόσης.

31.Εφόσον εξοφλούνται οι δόσεις των προηγούμενων παραγράφων χορηγείται αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας (Α.Φ.Ε.) και δεν λαμβάνονται τα μέτρα τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 25 του ν. 1882/1990 (ΦΕΚ 43 Α’), 46 του ν. 2065/1992 και 7 ν. 2120/1993 (ΦΕΚ 24 Α’) και τα μέτρα τα προβλεπόμενα από τον Κ.Ε.Δ.Ε. είσπραξης των οφειλών. Με τη καθυστέρηση καταβολής επί δίμηνο μιας δόσης, παύουν να ισχύουν οι πιο πάνω τρόποι εξόφλησης και λαμβάνονται όλα τα προηγούμενα μέτρα είσπραξης του χρέους.

32.Η παραγραφή των χρεών, που σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους θα υπαχθούν στον ως άνω τρόπο εξόφλησης, αναστέλλεται για ολόκληρο το χρονικό διάστημα, το οποίο αφορά, ανεξάρτητα αν η Π.Α.Ε. θα είναι συνεπής σε αυτόν ή όχι. Μετά την παύση της αναστολής συνεχίζεται η παραγραφή και σε καμιά περίπτωση δεν συμπληρώνεται πριν περάσει ένα εξάμηνο. Οποιαδήποτε μέτρα έχουν ληφθεί για την είσπραξη των χρεών, που θα υπαχθούν στις διατάξεις αυτές εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι να εξοφληθούν τα χρέη και συνεχίζονται εφόσον η ΠΑΕ. απωλέσει το ευεργέτημα του τρόπου εξόφλησης. Εφόσον ή Π.Α.Ε. θα είναι συνεπής αναστέλλεται η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης κινητών ή ακινήτων, και με την προϋπόθεση ότι η εκτέλεση αφορά μόνο χρέη που υπάγονται σε εξόφληση με το νόμο αυτόν. Η αναστολή αυτή δεν ισχύει για κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων, τα αποδιδόμενα όμως ποσά θα λαμβάνονται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων του παρόντος τρόπου εξόφλησης. Με τις διατάξεις αυτές δεν δημιουργείται καμιά αξίωση κατά τουΔημοσίου και υπέρ των Π.Α.Ε. που θα υπαχθούν σ’ αυτή, λόγω καταβολής πριν την ισχύ του νόμου αυτού των χρεών που υπάγονται σε αυτές. Επίσης δεν θίγονται ισχύουσες διατάξεις που απαιτούν την καταβολή ολόκληρης της οφειλής για τη διενέργεια ορισμένων πράξεων. Απαιτήσεις των Π.Α.Ε. που θα υπαχθούν στον προηγούμενο τρόπο εξόφλησης και θα είναι ενήμεροι σε αυτόν, δεν θα συμψηφίζονται με τα χρέη αυτά. Ο συμψηφισμός θα γίνεται για ληξιπρόθεσμα χρέη, που δεν υπάγονται στις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων.

33.Ο ως άνω τρόπος εξόφλησης των χρεών των Π.Α.Ε. ενεργείται κατά παρέκκλιση των αναφερομένων στις παραγράφους 1 έως και 4 του παρόντος άρθρου.

34.Οφειλές των Π.Α.Ε. που ρυθμίσθηκαν με το άρθρο 13 του ν. 2021/1992 μπορούν να υπαχθούν στον παρόντα τρόπο εξόφλησης κατά το ανεξόφλητο υπόλοιπα τους το υφιστάμενο κατά την ημερομηνία ισχύος του παρόντος νόμου.

35.Οι διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 2021/1992 (ΦΕΚ 36 Α’) εφαρμόζονται και στον ως άνω προβλεπόμενο τρόπο εξόφλησης των χρεών των Π.Α.Ε..

36.Οφειλες των Π.Α.Ε. προς το Δημόσιο από φόρους δωρεάς ποδοσφαιριστών για τις οποίες έχουν εκδοθεί πράξεις φόρου δωρεάς που εκκρεμούν κατά την ημερομηνία ισχύος του παρόντος νόμου διαγράφονται, οι δε πράξεις αυτές παύουν να ισχύουν.

37.Οφειλές των Π.Α.Ε. υφιστάμενες κατά τη δημοσίευση του παρόντος προς τράπεζες οι οποίες θα επιδικαστούν ύστερα από αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, καταβάλλονται από το Δημόσιο μέχρι του ποσού για το οποίο έχει παρασχεθεί εγγύηση εκ μέρους αυτού, για τις οφειλές αυτές σύμφωνα με την Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών 2077684/18014/0025/1990 (ΦΕΚ 796 Β) χωρίς δικαίωμα αναγωγής του σε βάρος της Π.Α.Ε..

38.Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να καθορισθούν οι λεπτομέρειες εφαρμογής των προηγούμενων παραγράφων 27 έως 37 ως και κάθε άλλη λεπτομέρεια που είναι αναγκαία για την είσπραξη των οφειλομένων.

39.Ποσά που καταβλήθηκαν από το Ι.Κ.Α. σε συνταξιούχους υπαλλήλους του, βάσει δικαστικών αποφάσεων Πρωτοβάθμιων Δικαστηρίων, οι οποίες ακυρώθηκαν από το Συμβούλιο της Επικρατείας και ως εκ τούτου θεωρούνται αχρεωστήτως καταβληθέντα, μπορούν να εξοφλούνται σε τριάντα έξι (36) ίσες συνεχείς μηνιαίες δόσεις με αίτηση του οφειλέτη προς το Ι.Κ.Α. ,χωρίς καμιά προσαύξηση. Με την υποβολή της αίτησης καταβάλλεται η πρώτη δόση.

40.Οι διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 1947/1991 με τις οποίες ρυθμίζονται χρέη σεισμόπληκτων περιοχών προς τις Τράπεζες που είχαν βεβαιωθεί μέχρι 30-3-1990 με βάση τις αποφάσεις 2062621/27-8-89 και 2066054/17-8-89 Υπ. Οικονομικών, επεκτείνονται και για τα χρέη των σεισμόπληκτων περιοχών που βεβαιώθηκαν μέχρι την 31-3-1991.1.Δαπάνες πάσης φύσεως που απαιτούνται για την εξυπηρέτηση των δανείων, εξωτερικού ή εσωτερικού των συναπτομένων δυνάμει του άρθρου 1 του ν.δ.483/1974, προς κάλυψη εν γένει αμυντικών αναγκών της Χώρας, καθώς και των δανείων που συνάπτονται από τα Ταμεία Εθνικής Άμυνας, Εθνικού Στόλου και Αεροπορικής Άμυνας, βάσει των διατάξεων του άρθρου 1 του ν.δ. 47671974, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με το άρθρο 17 του ν. 2074/1992, καταβάλλονται από τις εγγραφόμενες στον Προϋπολογισμό του Υπουργείου Οικονομικών πιστώσεις. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και για τις μέχρι της ισχύος του παρόντος καταρτισμένες συμβάσεις δανείων.

2.Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Οικονομικών μεταφέρεται το ανεξόφλητο χρέος, του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (ΤΕΑ, ΤΕΣ, ΤΑΑ) στο Υπουργείο Οικονομικών.

3.Από της ισχύος του παρόντος εγγράφονται στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας πιστώσεις με αποκλειστικό σκοπό την κάλυψη δαπανών προμηθειών, εκ των συναπτόμενων εν γένει δανείων βάσει των στην παράγραφο 1 του παρόντος αναφερόμενων διατάξεων.

4.Επιτρέπεται η έκδοση συμψηφιστικών χρηματικών ενταλμάτων, καθώς και χρηματικών ενταλμάτων προπληρωμής μέχρι τέλους Απριλίου του επόμενου οικονομικού έτους, νια γενόμενες μέχρι 31 Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους πληρωμές δαπανών προμηθειών καλυπτομένων δια δανειακών συμβάσεων ως εξόδων του προϋπολογισμού του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας.

5.Προθεσμία αποδόσεως λογαριασμού των χρηματικών ενταλμάτων προπληρωμής δεν μπορεί να ορισθεί πέραν της 30ής Ιουνίου.

6.Η εξυπηρέτηση των αναφερόμενων δανείων στην παράγραφο 1 του παρόντος αναλαμβάνεται από 1ης Οκτωβρίου 1993 από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους του Υπουργείου Οικονομικών και η τακτοποίηση των πληρωμών γίνεται από πιστώσεις που εγγράφονται κατ’ έτος για το σκοπό αυτόν στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Οικονομικών.

7.Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών δημοσιευομένων στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ρυθμίζεται κάθε άλλη λεπτομέρεια που δυνατόν να προκύψει.

8.Στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν.δ.483/1974 προστίθεται παράγραφος 1α ως κατωτέρω:

«1α. Τα ανωτέρω προβλεπόμενα ισχύουν αναλογικά και για παροχή πιστώσεων ή πιστωτικών εν γένει διευκολύνσεων από ημεδαπά πιστωτικά ιδρύματα».1.Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 31 του ν.1914/1990 αντικαθίσταται ως εξής:

«Επιτρέπεται στον Υπουργό Οικονομικών να εκδίδει ομολογιακά δάνεια, καθώς και λαχειοφόρα ομολογιακά δάνεια, για την κάλυψη αναγκών του Δημοσίου, την εξυγίανση και σταθεροποίηση της οικονομίας και με τη δυνατότητα συνομολόγησης μιας ή περισσότερων ασφαλιστικών ρητρών και δη ρήτρας εξωτερικού συναλλάγματος ή ευρωπαϊκής νομισματικής μονάδας (ECU).

Επίσης επιτρέπεται στον Υπουργό Οικονομικών να εκδίδει ομολογιακά δάνεια σε συνάλλαγμα.»

2.Στο άρθρο 31 του ν.1914/1990 προστίθεται έβδομο εδάφιο, που έχει ως εξής:

«Οι λαχνοί των λαχειοφόρων ομολογιακών δανείων, δύναται να προβλέπονται είτε χρηματικά ποσά είτε τίτλοι έντοκων γραμματίων ή ομολόγων, που εκδίδει το Δημόσιο, είτε κινητά ή ακίνητα περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου, τα οποία απαλλάσσονται παντός φόρου, τέλους ή άλλης επιβάρυνσης κατά τη μεταβίβαση τους στους τυχερούς δικαιούχους. Κάθε άλλη λεπτομέρεια, ρυθμίζεται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών δημοσιευομένων στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως».1.Η επιτροπή της παρ. 6 του άρθρου 4 του α.ν. 263/1968 συγκροτείται από:

α) τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. της έδρας του νομού ή τον προϊστάμενο κτηματικής υπηρεσίας ή τους νόμιμους αναπληρωτές αυτών,

β) το διευθυντή τεχνικών υπηρεσιών της νομαρχίας ή το νόμιμο αναπληρωτή, εφόσον, πρόκειται περί αστικού ακινήτου. Το διευθυντή γεωργίας της νομαρχίας ή το νόμιμο αναπληρωτή, εφόσον, πρόκειται για αγροτικό ακίνητο και

γ) ένα φοροτεχνικό υπάλληλο της Δ.Ο.Υ., στην αρμοδιότητα της οποίας υπάγεται το κρινόμενο ακίνητο.

Η επιτροπή συνεδριάζει στο κατάστημα της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., που βρίσκεται στην έδρα του νομού ή της κτηματικής υπηρεσίας.

2.Η αξία και το μέσο ετήσιο εισόδημα, που προβλέπεται από την περίπτωση α’ της παρ.1 του άρθρου 4 του α.ν. 263/1968, αυξάνεται από δύο εκατομμύρια (2.000.000) σε δέκα εκατομμύρια(10.000.000) δραχμές και από τριακόσιες χιλιάδες (300.000) σε ενάμισι εκατομμύριο (1.500.000) δραχμές αντίστοιχα. Οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να συντρέχουν κατά το χρόνο της εξέτασης, από την αρμόδια επιτροπή της αίτησης που έχει υποβληθεί.

3.Η παράγραφος 3 του άρθρου 4 του α.ν. 263/1968, όπως αντικαταστάθηκε από την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν. 719/1977, τροποποιείται ως ακολούθως:

«Το τίμημα, που προβλέπεται να καταβάλει ο αγοραστής και αναφέρεται στα εδάφια (α), (β) και (γ) της ανωτέρω παραγράφου, καθορίζεται αντίστοιχα ως εξής:

(α) Από 2/10 σε 3/10 και από 1/10 σε 2/10.

(β) Από 5/10 σε 6/10 και από 2/10 σε 3/10.

(γ) Από 7/10 σε 8/10 και από 5/10 σε 6/10.»

4.Παρατείνεται από τη λήξη της η προθεσμία εξέτασης, από την αρμόδια επιτροπή, των αιτήσεων, που έχουν υποβληθεί, σύμφωνα με πς διατάξεις του α.ν. 263/1968, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το ν. 719/1977 και το ν. 1473/1984 και μέχρι περαιώσεως αυτών. Ως αρμόδια επιτροπή νοείται η της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

5.Στην παρ. 4 του άρθρου 4 του ν. 357/1976 προστίθεται και δεύτερο εδάφιο ως εξής:

«Κάτοχοι ανταλλάξιμων κτημάτων απωλέσαντες τα δικαιώματα εξαγοράς, κατά τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, δύνανται να υποβάλουν νέα αίτηση εξαγοράς των παρ’ αυτών κατεχόμενων κτημάτων, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως».

6.Από τα έσοδα της περιουσίας Κωνσταντίνου Σισμάνογλου, που υπήχθη στην άμεση διαχείριση του Υπουργείου Οικονομικών με το από 15-2-1993 π.δ. 131/Β- διατίθενται κάθε φορά με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών χρηματικά ποσά που σκοπούν στην ενίσχυση των σκοπών του Σωματείου Ελλήνων Υπηκόων Απελαθέντων εκ Τουρκίας.

7.Στο άρθρο 2 του ν. 1067/1980 προστίθεται παράγραφος γ, η οποία έχει ως εξής:

«γ. Η τουριστική και εμπορική αξιοποίηση και εκμετάλλευση των εκατέρωθεν της Διώρυγας Χώρων, επιτρεπόμενης προς τούτο της ίδρυσης θυγατρικής ή Θυγατρικών Ανωνύμων Εταιρειών κατόπιν προηγούμενης απόφασης της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων».1.Το εδάφιο δ’ της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του ν. 6071/1934 (ΦΕΚ 68 Α’), όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με την παράγραφο 1 του άρθρου 40 του ν. 2065/1992 (ΦΕΚ 113 Α’),αντικαθίσταται ως εξής:

«δ. Εισφορά δύο τοις εκατό (2%) επί της αξίας του χάρτου και χαρτονίων που προσδιορίζονται από τις δασμολογικές κλάσεις 4802, 4803. 4804, 4805, 4806, 4807, 4808, 4809 και 4810 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας είτε αυτά παράγονται εγχωρίως   είτε αποκτώνται από κράτος-μέλος της Ε.Ο.Κ. ή εισάγονται από την αλλοδαπή. Το χαρτί, που προσδιορίζεται ειδικότερα από την 48102100 δασμολογική διάκριση, εξαιρείται από την παραπάνω εισφορά. Εισφορά 0,8% επί της αξίας των προϊόντων που προσδιορίζονται ειδικότερα από πς δασμολογικές διακρίσεις της Συνδυασμένης Ονοματολογίας 481810, 481820, 4Β1830, 481910, 481930, 481940, 481950, είτε αυτά κατασκευάζονται  εγχωρίως  από επιχειρήσεις που παράγουν οι ίδιες τα προϊόντα των δασμολογικών κλάσεων του προηγούμενου εδαφίου είτε αποκτώνται από κράτος-μέλος της Ε.Ο.Κ. ή εισάγονται από την αλλοδαπή. Σε περίπτωση αλλαγών στις ανωτέρω δασμολογικές κλάσεις ή διακρίσεις, όπως αυτές αναφέρονται στη Συνδυασμένη Ονοματολογία έτους 1992, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων επαναπροσδιορίζονται οι νέες, οι οποίες υπάγονται τα ίδια είδη χάρτου και χαρτονιού. Οι ανωτέρω εισφορές υπολογίζονται ως εξής:

α) Για τα εγχώρια προϊόντα επί της τιμής πώλησης από τον παραγωγό ή κατασκευαστή.

β. Για τα προϊόντα ενδοκοινοτικής απόκτησης επί της τιμής αγοράς.

γ. Για τα εισαγόμενα από χώρες εκτός Ε.Ο.Κ. επί της τιμολογιακής αξίας CIF.

Η εισφορά βαρύνει τους παραγωγούς, κατασκευαστές, εισαγωγείς και τους αποκτώντες από κράτος-μέλος της Ε.Ο.Κ. και αποδίδεται από αυτούς στο Ι.Κ.Α., ως ακολούθως:

α. Για τα εγχωρίως παραγόμενα η απόδοση πραγματοποιείται μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα εκείνου κατά τον οποίο έγιναν οι πωλήσεις.

β. Για προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο ενδοκοινοτικής απόκτησης από 1-1-1993 η εισφορά αποδίδεται, όπως και για τα αντίστοιχα εγχωρίως παραγόμένα μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα εκείνου της παραλαβής και με βάση τη συναλλαγματική ισοτιμία που ισχύει κατά την ημερομηνία καταβολής της. Όλα τα θέματα που αναφέρονται στη βεβαίωση και είσπραξη της εισφοράς, περιλαμβανομένων και των αφορόντων στις προσαυξήσεις, στην παραγραφή του δικαιώματος του Ι.Κ.Α., στην άσκηση προσφυγών και ένδικων μέσων και γενικά στη διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξης διέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν για τις υπέρ Ι.Κ.Α. ασφαλιστικές εισφορές εφαρμοζομένων αντιστοίχως και των διατάξεων του π.δ/τος 227/1988 (ΦΕΚ 98 Α’) κατά το μέρος που αναφέρονται στον έλεγχο πάντων των τηρούμενων από τις επιχειρήσεις βιβλίων και στοιχείων.

γ. Για τα εισαγόμενα προϊόντα από χώρες εκτός Ε.Ο.Κ. η απόδοση της εισφοράς γίνεται κατά τον εκτελωνισμό του προϊόντος με την προσκόμιση αντίστοιχου γραμματίου κατάθεσης στον οικεία λογαριασμό του Ι.Κ.Α. στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ή στα κατά τόπους υποκαταστήματα του Ιδρύματος. Απαλλάσσονται από την εισφορά τα εγχώρια προϊόντα που εξάγονται ή αποστέλλονται σε κράτος-μέλος της Κοινότητας απευθείας από τον παραγωγό ή κατασκευαστή. Καταβληθείσες εισφορές για το χρονικό διάστημα από 1-6-1992 μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, σύμφωνα με την προϊσχύουσα διάταξη και καθ’ υπέρβαση των οριζομένων ανωτέρω, αναζητούνται ή συμψηφίζονται με τυχόν υποχρεώσεις προς το Ι.Κ Α, εφόσον δεν έχουν συμπεριληφθεί στα τιμολόγια. Απαιτήσεις του Ι.Κ.Α. κατά των επιχειρήσεων για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα αναζητούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής. Για τις απαλλαγές των προϊόντων χάρτου και χαρτονιού, που εξήχθησαν ή απεστάλησαν σε κράτος -μέλος της Ε.Ο.Κ. κατά το χρονικό διάστημα από 1/8/1992 μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος έχουν εφαρμογή οι προϊσχύουσες διατάξεις».

2.Στο εξής, άδεια ιδρύσεως φαρμακαποθήκης μπορεί να χορηγείται και σε ανώνυμες εταιρίες και εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, των οποίων μέτοχοι δεν απαιτείται να είναι φαρμακοποιοί, που έχουν ως σκοπό την ίδρυση και λειτουργία φαρμακαποθήκης, δηλαδή την προμήθεια, κατοχή, εμπορία, διανομή ή εξαγωγή φαρμάκων, φαρμακευτικών προϊόντων, φαρμακευτικών ουσιών και γενικά των ειδών που αναφέρονται στις περιπτώσεις α’ – ιζ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ν.1316/1983 (ΦΕΚ 3 Α’), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1965/1991 (ΦΕΚ 146 Α), ως επίσης και των ειδών που επιτρέπεται από άλλες διατάξεις νόμων ή αποφάσεων να διατίθενται σε φαρμακεία. Επίσης οι φαρμακαποθήκες δύνανται να πωλούν είδη ιατρικής γενικής χρήσεως, καλλυντικά, διαιτητικά προϊόντα, γάλατα και τροφές βρεφικής ηλικίας, είδη υγιεινής βρεφών, εγκύων και λεχωιδών, καλλωπισμού, ορθοπεδικά είδη και μηχανήματα, ιατρικά εργαλεία, μηχανήματα και βοηθήματα. Η εκμετάλλευση φαρμακαποθήκης δύναται να ασκείται από ανώνυμες εταιρίες και εταιρίες περιορισμένης ευθύνης που κατέχουν την άδεια που ορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο, τηρουμένων και των διατάξεων του άρθρου 8 του ν. 2072/1992.

3.Οι ανώνυμες εταιρίες και οι εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, στις οποίες παρασχέθηκε σχετική άδεια, υποχρεούνται πριν από την έναρξη των δραστηριοτήτων τους να προσλάβουν υπεύθυνο επιστήμονα φαρμακοποιό, που διαθέτει τα προσόντα που ορίζονται στο άρθρο 1 παρ. 2 του ν.1963/1991 (ΦΕΚ 138 Α) και δεν ασκεί άλλο επιτήδευμα ή κατέχει άλλη έμμισθη θέση.

O Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και σε περίπτωση κωλύματός του το, από το Διοικητικό Συμβούλιο, οριζόμενο μέλος του, των ανωνύμων εταιρειών στις οποίες παρασχέθηκε η εν λόγω άδεια ίδρυσης, έχει το δικαίωμα να μετέχει με δικαίωμα ψήφου και ανεξάρτητα από το εάν έχει ή όχι την ιδιότητα του φαρμακοποιού, στις τακτικές και έκτακτες γενικές συνελεύσεις του «Πανελληνίου Συλλόγου Φαρμακαποθηκαρίων» ως ισότιμο μέλος αυτού και δικαιούται να εκλέγει και να εκλέγεται ως τακτικό και αναπληρωματικό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και του Πειθαρχικού Συμβουλίου τούτου, υπό τους λοιπούς όρους και προϋποθέσεις, που ορίζουν οι διατάξεις των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 11 του π.δ. 613/1977 (ΦΕΚ 199 Α’). Τα ανωτέρω ισχύουν και για τον οριζόμενο κατά νόμο ως εκπρόσωπο των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης, στις οποίες παρασχέθηκε η εν λόγω άδεια ίδρυσης.

4.Κάθε αντίθετη διάταξη προς τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων 5 και 6 της ισχύουσας νομοθεσίας καταργείται.

5.Οι περιπτώσεις ια’ και ιβ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 20 του ν. 2127/1993 (ΦΕΚ 48 Α) αντικαθίστανται ως εξής:

«ια) Υγραέρια και μεθάνιο που ΕΧ 27.11.12.11 χρησιμοποιούνται ως καύσιμο κινητήρων. έως ΕΧ 27.11.19.00 και ΕΧ 27.11.29.00 26.000 μετ. τόνος

ιβ) Υγραέρια και μεθάνιο για λοιπές, πλην της προηγούμενης ΕΧ 27.11.12.11 περίπτωσης ια’ χρήσεις έως ΕΧ 27.11.19.00 και ΕΧ 27.11.29.00 4.000 μετ. τόνος

Η ισχύς της διάταξης αυτής αρχίζει από 9-7-1993».

6.Για την εφαρμογή των διατάξεων των περιπτώσεων στ’ και ι’ της παραγράφου 1 του άρθρου 20 του ν.2127/1993, ως πετρέλαιο ή κηροζίνη θέρμανσης, θεωρούνται τα προοριζόμενα να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά και μόνο για τη λειτουργία κεντρικών συστημάτων θέρμανσης (καλοριφέρ) ή άλλων μέσων για τη θέρμανση ανθρώπων στους χώρους κατοικίας, διαμονής ή εργασίας τους.

7.Αυτοκίνητα τύπου JEEP που έχουν παραληφθεί και ταξινομηθεί για γεωργικές χρήσεις με το φορολογικό καθεστώς της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν.363/1976 και του άρθρου 3 του ν. 1906/1990, μπορούν με έγκριση της Τελωνειακής Αρχής να μεταβιβάζονται χωρίς την καταβολή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, σε αγρότες, κατά κύριο επάγγελμα φυτοκαλλιεργητές, που κατά τα προηγούμενα της μεταβίβασης δύο οικονομικά έτη, είχαν συνολικά ακαθάριστα έσοδα από πώληση αγροτικών προϊόντων, ίσα ή μεγαλύτερα των 10.000 ευρώ και είχαν υποβάλλει γι’ αυτά δηλώσεις φόρου εισοδήματος.

8…………………1.Η προβλεπόμενη από την περίπτωση α’ της παραγράφου 2 του άρθρου 18 του ν.1400/1983 (ΦΕΚ 156 Α’) υπεύθυνη δήλωση περιουσιακής καταστάσεως των προϊσταμένων Δ.Ο.Υ. υποβάλλεται και σε οποιαδήποτε περίπτωση ζητηθεί από τον Υπουργό Οικονομικών. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της διάταξης αυτής, το περιεχόμενο και η μορφή της υπεύθυνης δήλωσης, καθώς και τα όργανα ελέγχου αυτής.

2.Στο άρθρο 26 του ν. 2085/1992 προστίθενται οι παράγραφοι με αριθμό 17, 18 και 19.

«17. Στους υπαλλήλους που κατετάγησαν, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, στο βαθμό του Εισηγητή Α’, όταν προαχθούν στο βαθμό του Τμηματάρχη Α’, αναγνωρίζεται ως πλεονάζων χρόνος υπηρεσίας στο βαθμό του Τμηματάρχη Α’ χρόνος ίσος με τη διαφορά που προκύπτει, εάν αφαιρεθεί από το συνολικά χρόνο υπηρεσίας που έχει διανυθεί με τα προσόντα της κατηγορίας τους, ο χρόνος που απαιτείται για την προαγωγή μέχρι το βαθμό αυτόν σύμφωνα με το άρθρο 4. Ο κατά τα ανωτέρω πλεονάζων χρόνος υπηρεσίας λαμβάνεται υπόψη και για την αναμόρφωση των πινάκων προακτέων στο βαθμό του διευθυντή Β’ έτους 1993, προκειμένου να καλυφθούν οι μετά την 31η Αυγούστου 1993 κενούμενες θέσεις βαθμού διευθυντή.

Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, εφόσον μετά τη διενέργεια των προαγωγών του έτους 1993 παραμένουν κενές θέσεις διευθυντών, ισχύουν και για τους:

α) Μονιμοποιηθέντες μετά την 1η Απριλίου 1986 υπαλλήλους των νοσοκομείων που υπήχθησαν στις διατάξεις του ν.δ. 2592/1953 και τους υπαλλήλους των ιδίων νοσοκομείων, που μετετάγησαν σε δημόσια νοσοκομεία ή άλλα Ν.Π.Δ.Δ. και

β) Υπαλλήλους των Οργανισμών Κεντρικής Αγοράς Αθηνών και Θεσσαλονίκης.

Για την εφαρμογή της διατάξεως του ανωτέρω εδαφίου καταρτίζονται συμπληρωματικοί πίνακες προακτέων έτους 1993.

Από τις προβλεπόμενες θέσεις διευθυντών της κατηγορίας ΓΙΕ και ΤΕ δύναται να καλύπτεται ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) κάθε κλάδου από υπαλλήλους αντίστοιχων κλάδων κατηγορίας ΔΕ, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει τριετή υπηρεσία στο βαθμό του Τμηματάρχη Α’. Η αντιστοιχία των κλάδων καθορίζεται με απόφαση του οικείου υπουργού ή του Δ.Σ. του οικείου Ν.Π.Δ.Δ.. Ο αριθμός των θέσεων διευθυντών ΠΕ που μπορεί να καλυφθεί από υπαλλήλους κατηγορίας ΔΕ δεν επιτρέπεται να είναι ανώτερος του αριθμού των θέσεων διευθυντών των αντίστοιχων κλάδων κατηγορίας ΤΕ. Το υπηρεσιακό συμβούλιο καταρτίζει τους πίνακες προακτέων κατηγορίας ΔΕ στο βαθμό του Διευθυντή Β’, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2, 3 και 5 του παρόντος νόμου για τόσους υπαλλήλους όσοι αναλογούν στο, κατά τα ανωτέρω εδάφια, καθοριζόμενο ποσοστό. Οι κατά το προηγούμενο εδάφιο κριθέντες προακτέοι υπάλληλοι κατηγορίας ΔΕ εγγράφονται στους πίνακες προακτέων αντίστοιχων κλάδων της κατηγορίας ΠΕ ή ΤΕ για το βαθμό του Διευθυντή Β’. Η κατά τα άνω εγγραφή στους πίνακες ως και η σειρά εγγραφής σ’ αυτούς καθορίζεται από το υπηρεσιακό συμβούλιο κατά συνεκτίμηση των στοιχείων κρίσεως του άρθρου 3 του παρόντος νόμου. Τα ανωτέρω ισχύουν και για τους πίνακες προακτέων έτους 1993. Προαγωγές που έχουν γίνει μέχρι την αναμόρφωση των πινάκων προακτέων δεν θίγονται. Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Εσωτερικών ή Δικαιοσύνης αντίστοιχα, δύναται να επεκτείνονται οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου και στους υπαλλήλους των Ο.Τ.Α., των έμμισθων υποθηκοφυλακείων και κτηματολογικών γραφείων και των γραμματειών των δικαστηρίων και εισαγγελιών. Με τα ίδια προεδρικά διατάγματα μπορεί να γίνεται προσαρμογή των επεκτεινόμενων διατάξεων προς το νομικό καθεστώς, που διέπει τους ανωτέρω υπαλλήλους».

3.Οι θέσεις α) των βαθμών δόκιμου Γραφέα έως και Εισηγητή Α’ της κατηγορίας ΔΕ. β) των βαθμών δόκιμου Γραμματέα έως και Εισηγητή Α’ των κατηγοριών ΠΕ και ΤΕ καθίστανται αυτοδικαίως οργανικώς ενιαίες. Το άρθρο 183 του Υπαλληλικού Κώδικα (π.δ. 611/1977). όπως ίσχυε μέχρι την κατάργηση του με το ν. 1586/1986, επαναφέρεται σε ισχύ. Όπου στο επαναφερόμενο σε ισχύ άρθρο αναφέρεται ο 5ος, 6ος και 8ος βαθμός, νοείται εφεξής, αντιστοίχως, ο βαθμός του Τμηματάρχη Β’, του Εισηγητή Α’ και του Βοηθού Υπαλλήλου Α’.

4.Οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 13 του ν. 2116/1993 (ΦΕΚ 18 Α’) δεν εφαρμόζονται για τους υπαλλήλους φορέων του τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην ανωτέρω διάταξη, που έχουν ιδιωτικοποιηθεί ή έχει ληφθεί απόφαση ιδιωτικοποίησης τους ή έχουν τεθεί υπό εκκαθάριση ή δεν είναι βιώσιμοι, καθώς και εκείνων που ανήκουν στον Ο.Α.Ε..

5.Στους μετατασσομένους με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 13 του ν.2116/1993 εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 7 και των δύο (2) πρώτων εδαφίων της παραγράφου 9 του άρθρου 20 του ν.1735/1987, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 2042/1992 (ΦΕΚ 75 Α’) για τους μεταφερομένους εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 14, 16 και 17 του άρθρου 20 του ν.1735/1987.

6.Η αναφερόμενη στη διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2093/1992 (ΦΕΚ 181 Α’) αποκλειστική προθεσμία παρατείνεται από τότε που έληξε μέχρι 31.12.1993.

7.Επί των βεβαιωμένων κατά την 31η Δεκεμβρίου 1992 και κάθε επόμενου έτους οφειλών προς είσπραξη, αποδίδεται με προκαταβολές στους φοροτεχνικούς υπαλλήλους και στους λοιπούς υπαλλήλους που υπηρετούν στις φοροτεχνικές υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών και τους υπαλλήλους ΚΕ.Π.Υ.Ο. ποσοστό επί των εισπράξεων των οφειλομένων, προς αντιμετώπιση ειδικών δαπανών της υπηρεσίας αυτής. Το ποσοστό αυτό ορίζεται για κάθε ημερολογιακό έτος αρχής γενομένης από το 1993 σε τρία τοις εκατό (3%) για ποσό εισπράξεων μέχρι διακόσια δισεκατομμύρια (200.000.000.000) δραχμές και σε ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) για εισπράξεις πάνω από το ποσό αυτό. Το προϊόν του ποσοστού αυτού θα κατατίθεται σε ειδικό έντοκο λογαριασμό που θα ανοιχθεί σε οποιαδήποτε από τις λειτουργούσες στην Ελλάδα αναγνωρισμένες τράπεζες. Εάν τα ετήσια φορολογικά έσοδα υπερβούν τα προϋπολογιζόμενα τοιαύτα θα κατατίθεται επίσης ποσοστό πέντε τοις χιλίοις (5%ο) υπολογιζόμενο επί της διαφοράς προϋπολογισθέντων και πραγματοποιηθέντων εσόδων. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται τα κριτήρια υπολογισμού και διανομής του ποσού στους δικαιούχους και κάθε άλλη λεπτομέρεια που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής.

8.Το άρθρο 13 του ν. 973/1979 και οι αντικαταστάσεις των παραγράφων αυτού 1 και 2 από το άρθρο 9 παρ. 13 του ν.1160/1981 καταργούνται και αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Η Εταιρία διοικείται από επταμελές Συμβούλιο συγκροτούμενο με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Με την ίδια απόφαση ορίζονται από τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος αυτού. Χρέη γραμματέως εκτελεί υπάλληλος της Εταιρίας οριζόμενος από το Διοικητικό Συμβούλιο.

2.Η θητεία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου είναι τετραετής και δύναται να ανανεούται. Σε περίπτωση κενώσεως θέσεως των μελών του Δ.Σ. προ της λήξεως της θητείας του για οποιονδήποτε λόγο γίνεται μέσα σε τρεις μήνες αντικατάσταση του για τον υπόλοιπο χρόνο με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, χωρίς εν τω μεταξύ να εμποδίζεται η λειτουργία του Διοικητικού Συμβουλίου, εφόσον ο εναπομένων αριθμός των συμβούλων επαρκεί για την ύπαρξη απαρτίας.

3.Στον πρόεδρο, τα μέλη, τον εισηγητή και το γραμματέα του Δ.Σ. καταβάλλεται αποζημίωση καθοριζόμενη με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

4.Ο Υπουργός Οικονομικών εφόσον παρίσταται στις Συνεδριάσεις του Δ.Σ. προεδρεύει.

5.Η θητεία του υφιστάμενου συμβουλίου λήγει με τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.»

9…………………

10.Για τη στελέχωση της Δ/νσης Σχέσεων με Ευρωπαϊκές Κοινότητες συνιστώνται στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας δέκα (10) θέσεις ειδικού επιστημονικού προσωπικού, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Προσόντα διορισμού στις θέσεις αυτές ορίζοντα τα προβλεπόμενα από το άρθρο 26 του π.δ. 194/1988 (ΦΕΚ 84 Α’), όπως αυτό ισχύει κάθε φορά.

Η πλήρωση των θέσεων του ειδικού επιστημονικού προσωπικού γίνεται κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων. Με αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών μπορεί να καθορίζεται κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη η αμοιβή του ανωτέρω ειδικού επιστημονικού προσωπικού.

11.Συνιστάται στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας Γενική Διεύθυνση Συντονισμού Υπηρεσιών Εξωτερικού (Γραφεία Συμβούλων και Ακολούθων Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων) και αντίστοιχη θέση Γενικού Διευθυντή, πέραν των  συσταθεισών με το άρθρο 78 του ν. 1892/1990. Η οργανωτική διάρθρωση, οι θέσεις και οι αρμοδιότητες της ανωτέρω Γενικής Διεύθυνσης καθορίζονται με απόφαση κανονιστικού περιεχομένου των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, δημοσιευομένης δια της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως.

12.Στο τέλος της παρ. 4 του άρθρου 5 του ν. 1682/1987 (ΦΕΚ 14 Α’) προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:

«Οι συμβάσεις των ειδικών ερευνητών και επιστημόνων συνεργατών παρατείνονται εκάστοτε αυτοδικαίως για ισόχρονο διάστημα, εφόσον δεν υπάρχει σχετική περί του αντιθέτου εισήγηση του προέδρου του ΣΟΕ, διαπιστωμένη αρμοδίως τουλάχιστον έξι μήνες πριν το τέλος της εκάστοτε τριετούς περιόδου».

13.Η αρμοδιότητα του Υπουργού Οικονομικών για την άσκηση ένδικων μέσων ενώπιον παντός δικαστηρίου δύναται να μεταβιβάζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1558/1985. Τυχόν μεταβιβασθείσες αρμοδιότητες θεωρούνται ισχυρές, οι δε απορριπτικές αποφάσεις που εκδόθηκαν για το λόγο αυτόν, επανεισάγονται στο δικαστήριο που τις εξέδωσε.

14.Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που θα δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστάται ειδική επιτροπή στο Υπουργείο Οικονομικών για τη σύνταξη κώδικα περί των εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών περιερχόμενων κληρονομιών, κληροδοτημάτων και δωρεών με σκοπό την απλούστευση των διαδικασιών της λειτουργίας των εκτελεστικών οργάνων διαχειριστικής εποπτείας και τον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας. Ο κώδικας αυτός θα κυρωθεί με ιδιαίτερο νόμο στο σύνολο του από την Ολομέλεια της βουλής κατά το άρθρο 76 παρ. 6 του Συντάγματος. Τα μέλη της επιτροπής και η αμοιβή τους θα ορισθούν με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

15.Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορίου, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, διορίζονται, με τους αναπληρωματικούς τους, τα μέλη Εποπτικού Συμβουλίου του Σώματος Ορκωτών Λογιστών, αποτελούμενου από έναν ανώτατο δικαστικό ή καθηγητή Α.Ε.Ι., έναν εκπρόσωπο της κεντρικής διοίκησης του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, έναν ορκωτό λογιστή και δύο ανώτατους ή ανώτερους κρατικούς λειτουργούς ή ιδιώτες που έχουν ειδικές γνώσεις και εμπειρία.

Στο ανωτέρω Εποπτικό Συμβούλιο ανατίθενται οι αρμοδιότητες, που ορίζονται από τις διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 14 του ν.δ. 3329/1955 (ΦΕΚ 230 Α’), σε σχέση με τις εργασιες που έχουν αναλάβει οι ορκωτοί λογιστές σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν μέχρι την 30ή Απριλίου 1993, ανεξάρτητα από το χρόνο περάτωσης των εργασιών αυτών.

Με την ίδια ή όμοιες υπουργικές αποφάσεις ρυθμίζονται και όσα ειδικότερα θέματα σχετίζονται με την ομαλή μετάβαση του Σώματος Ορκωτών Λογιστών στο νέο θεσμικό πλαίσιο του άρθρου 75 του ν. 1969/1991 (ΦΕΚ 167 Α’).

Η θητεία του ανωτέρω Εποπτικού Συμβουλίου λήγει μετά ένα έτος από την ημερομηνία δημοσίευσης της σχετικής υπουργικής απόφασης, δυνάμενη να ανανεώνεται με όμοια απόφαση μέχρι περάτωσης του ανατιθέμενου σε αυτό έργου.

16.Οι κατά την 30ή Απριλίου 1993 ευρισκόμενες σε εξέλιξη εργασίες του Σώματος Ορκωτών Λογιστών ολοκληρώνονται από τους ορκωτούς λογιστές στους οποίους είχε ήδη ανατεθεί το καθένα από τα ευρισκόμενα σε εξέλιξη έργα

17.Οι κατά την 30ή Απριλίου 1993 ευρισκόμενες σε εξέλιξη εργασίες του Σώματος Ορκωτών Λογιστών τιμολογούνται από το Σώμα Ορκωτών Λογιστών κατ’ αναλογία του βαθμού ολοκλήρωσης τους κατά την εν λόγω ημερομηνία, τα δε προκύπτοντα έσοδα θεωρούνται έσοδα του Σώματος και εισπράττονται βάσει των προ της ψήφισης του παρόντος νόμου εν ισχει σχετικών διατάξεων.

18.Το Εποπτικό Συμβούλιο του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών μετά την έναρξη εφαρμογής της περί τούτου νομοθεσίας, κατά τις διατάξεις του άρθρου 75 παρ. 5 του ν.1969/1991, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 32 του ν. 2076/1992, και μέχρι τη σύγκληση της τρίτης τακτικής γενικής συνέλευσης των μελών του, ανασυγκροτείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορίου ως ακολούθως. Ως μέλη αυτού ορίζονται ορκωτοί ελεγκτές από τους εγγραφέντες στο μητρώο του Σώματος βάσει των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 24 παρ. 1 και 2α του π.δ. 226/1992 και του άρθρου 2 παρ. 7 και 8 του π.δ. 121/1993, δια σχετικών πράξεων του Εποπτικού Συμβουλίου, ως πρόεδρος δε αυτού ορίζεται καθηγητής Α.Ε.Ι. ή ανώτατος δικαστικός λειτουργός ή διοικητικός υπάλληλος εν ενεργεία ή συντάξει. Το ήδη υφιστάμενο Εποπτικό Συμβούλιο συνεχίζει εγκύρως τη λειτουργία του μέχρις εκδόσεως της ως άνω κοινής υπουργικής απόφασης, περί ανασυγκρότησης του. Τα της αμοιβής του προέδρου και των μελών του Εποπτικού Συμβουλίου καθορίζονται με κοινή απόφαση των παραπάνω Υπουργών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

19…………………

20…………………

21.Η ισχύς των διατάξεων των παραγράφων 16-21 του παρόντος άρθρου αρχίζει από την 1η Μαΐου 1993.

22.Τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, οι Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί, οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τα Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου, που επιχορηγούνται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, ή έχουν κοινωνικούς πόρους, ή δανειοδοτούνται με την εγγύηση του Δημοσίου, αποστέλλουν κατά τακτά χρονικά διαστήματα στο Υπουργείο Οικονομικών – Γενικό Λογιστήριο του Κράτους Δ/νση Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, στοιχεία του Προϋπολογισμού – Απολογισμού και Ισολογισμών αυτών, καθώς και άλλα στοιχεία. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, καθορίζεται το είδος των στοιχείων που θα υποβάλλονται, η συχνότης υποβολής τους και τα κριτήρια βάσει των οποίων προσδιορίζονται οι υπόχρεοι υποβολής των ανωτέρω στοιχείων. Σε περίπτωση μη υποβολής στοιχείων εντός των προβλεπόμενων χρονικών ορίων:

α) Μετά την παρέλευση δεκαπενθημέρου από τη λήξη της προθεσμίας, ο Πρόεδρος ή ο Γενικός Διευθυντής του οικείου φορέα δύναται εντός ετέρων δεκαπέντε (15) ημερών, να καταθέσει έγγραφες εξηγήσεις για τη μη υποβολή των στοιχείων. Μετά την παρέλευση και της προθεσμίας αυτής επιβάλλεται πρόστιμο στον Πρόεδρο ή το Γενικό Διευθυντή, κατά περίπτωση, ίσο με 1/25 του μηνιαίου μισθού ή της συνολικής αποζημίωσής τους για κάθε επιπλέον ημέρα καθυστέρησης, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μετά από εισήγηση της αρμόδιας Δ/νσης Ν.Π.Δ.Δ. του Γ.Λ.Κ.. Κατά της απόφασης αυτής χωρεί προσφυγή ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

β) Μετά παρέλευση δεκαπενθημέρου από τη λήξη της προθεσμίας δεν χορηγείται ουδεμία πλέον εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου μέχρι την αποστολή των απαιτούμενων στοιχείων.

γ) Μετά παρέλευση ενός μηνός από τη λήξη της προθεσμίας τα Υπουργεία Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δεσμεύουν τυχόν έσοδα του φορέα από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων ή τον Τακτικό Προϋπολογισμό σε ποσοστό 50% του ετήσιου προβλεπόμενου ποσού μέχρι να υποβληθούν τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η παραπάνω ρύθμιση δεν αφορά έσοδα ή δαπάνες σχετικές με την υλοποίηση προγραμμάτων που συγχρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και για τις οποίες έχουν εγκριθεί οι σχετικές προτάσεις από τα αρμόδια όργανα.

Προς το σκοπό αυτόν, συνιστάται στη Διεύθυνση Ν.Π.Δ.Δ. του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Υπουργείο Οικονομικών), ένα (1) Τμήμα, με αρμοδιότητα τη συγκέντρωση και επεξεργασία των ανωτέρω στοιχείων. Για τη στελέχωση του Τμήματος αυτού συνιστώνται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων έξι (6) θέσεις μονίμου προσωπικού, που κατανέμονται κατά βαθμό στους κλάδους ΠΕ-ΤΕ-ΔΕ δημοσιονομικών, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Επίσης στο Υπουργείο Οικονομικών – Γενικά Λογιστήριο του Κράτους, συνιστώνται δέκα (10) θέσεις Ειδικού Επιστημονικού Προσωπικού, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικών σε δημοσιονομικά και νομισματικά θέματα, καταργουμένων διπλασίων κενών θέσεων στον εισαγωγικό βαθμό του μονίμου προσωπικού του κλάδου ΠΕ-Δημοσιανομικών της αυτής Υπηρεσίας. Οι θέσεις αυτές προστίθενται στις υφιστάμενες οργανικές θέσεις προσωπικού του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Προσόντα διορισμού είναι τα προβλεπόμενα από το άρθρο 26 του π.δ. 194/1988, (ΦΕΚ 84 Α1), όπως ισχύει κάθε φορά. Οι αποδοχές του προσλαμβανομένου στις παραπάνω θέσεις του Ειδικού Επιστημονικού προσωπικού καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατά παρέκκλιση των διατάξεων που ισχύουν. Οι προσλαμβανόμενοι στις παραπάνω θέσεις του Ειδικού Επιστημονικού Προσωπικού, τοποθετούνται σε υπηρεσίες του Γ.Λ.Κ. με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

23.Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 5 του ν. 1667/1986 τροποποιείται ως εξής:

«Προκειμένου για καταναλωτικούς, πιστωτικούς συνεταιρισμούς καθώς και σε περιπτώσεις επαναληπτικής ψηφοφορίας σε συνεταιρισμό οποιουδήποτε είδους για λήψη αποφάσεων αυτής της παραγράφου, η συνέλευση βρίσκεται σε απαρτία όταν είναι παρόντα τα μισά συν ένα τουλάχιστο μέλη. Η επαναληπτική συνέλευση, για θέματα αυτής της παραγράφου σε καταναλωτικούς, πιστωτικούς συνεταιρισμούς βρίσκεται σε απαρτία όταν είναι παρόν το ένα τρίτο τουλάχιστον των μελών. Η δεύτερη επαναληπτική συνέλευση για Θέματα αυτής της παραγράφου σε καταναλωτικούς και πιστωτικούς συνεταιρισμούς με πάνω από χίλια μέλη, βρίσκεται σε απαρτία όταν είναι παρόντα τουλάχιστον τετρακόσια μέλη».

24.Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 5 του ν.1667/1986 τροποποιείται ως εξής:

«Στα θέματα του άρθρου 5 παρ. 4 απαιτείται απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του συνεταιρισμού, προκειμένου δε για καταναλωτικούς, πιστωτικούς συνεταιρισμούς πλειοψηφία τουλάχιστον των τεσσάρων πέμπτων των μελών που συγκροτούν την απαρτία της γενικής συνέλευσης.»

25.Το έκτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν.1667/1986 τροποποιείται ως εξής:

«Η διάρκεια της θητείας του διοικητικού συμβουλίου είναι 3ετής.»

26.Το άρθρο 6 του ν. 718/1977  «Απαγόρευσις ασκήσεως ετέρου επαγγέλματος – Ασυμβίβαστα» καταργείται. Με αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας μπορεί να ρυθμίζονται θέματα ανακύπτοντα μετά την κατάργηση αυτή.

27.Η κατά το τρέχον έτος διενέργεια διαγωνισμού για την απόκτηση πτυχίου εκτελωνιστή με Βάση τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 718/1977 «περί εκτελωνιστών», όπως τροποποιήθηκε και ισχύει σήμερα, καταργείται.

28.Υπάγονται στις διατάξεις της παρούσας παραγράφου οι αθλητές που έχουν καταλάβει ή θα καταλάβουν μία από τις οκτώ πρώτες θέσεις σε οποιοδήποτε ατομικό ή ομαδικό άθλημα σε επίσημους θερινούς ή χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες ή σε Ολυμπιακούς Αγώνες για άτομα με ειδικές ανάγκες. Τα πρόσωπα αυτά δικαιούνται των παρακάτω προνομίων:

α. Διορισμού σε μόνιμη υπαλληλική θέση ή σε υπαλληλική θέση με σύμβαση αορίστου χρόνου του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου, κατόπιν αιτήσεως τους, εφόσον έχουν τα απαραίτητα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για την κατάληψη της θέσης κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων που επιβάλλουν απαγόρευση ή περιορισμό των προσλήψεων στο δημόσιο τομέα και θα υλοποιούνται ασχέτως της ύπαρξης κενών οργανικών θέσεων στο σχετικό φορέα όπου θα γίνονται. Σε περίπτωση μη ύπαρξης κενών θέσεων συνιστώνται τόσες θέσεις όσες ο αριθμός των προσλαμβανομένων, οι οποίες καταργούνται με την καθοιονδήποτε τρόπο αποχώρηση τους. Για όσες όμως θέσεις τίθεται ως απαραίτητη προϋπόθεση διορισμού η επιτυχής συμμετοχή σε εξετάσεις, η σχετική νομοθεσία θα ισχύει και για τα πρόσωπα αυτά.

β. ………………..

γ. Χορήγησης αδειών πρακτορείων προγνωστικών ποδοσφαίρου, ΛΟΤΤΟ, κρατικών λαχείων και ιπποδρομιακών στοιχημάτων, κατά παρέκκλιση των ειδικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις χορήγησης των αδειών αυτών.

Η δαπάνη που θα προκύψει από την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου θα βαρύνει τους επί μέρους φορείς πού θα υλοποιούν τα παρεχόμενα προνόμια.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας παραγράφου.

29.Σε δίκες κατά τελωνειακών υπαλλήλων και επιθεωρητών τελωνείων, που ενήργησαν για το συμφέρον της υπηρεσίας, δύναται, μετά από προηγούμενη έγκριση του Υπουργού Οικονομικών, να παρίσταται για την υπεράσπιση τους, ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, εκπρόσωπος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

30…………………

31.Η απασχόληση του ωρομίσθιου πολιτικού διδακτικού προσωπικού των Σχολών Εμπορικού Ναυτικού μέχρι 31-12-1992 είναι νόμιμη και επιτρέπεται να παρατείνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου έως το τέλος του τρέχοντος εκπαιδευτικού έτους, μέσα στο όριο του συνολικού αριθμού των 1.390 ωρών.

32.Συνιστώνται επτά (7) θέσεις Γενικών Διευθυντών στη Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών με τον τίτλο Γενικός Διευθυντής Γραμματείας Δικαστηρίων και κατανέμονται ως εξής:

1) Μία (1) θέση στη Γραμματεία του Συμβουλίου της Επικρατείας. 2) μία (1) θέση στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, 3) μία (1) θέση στη Γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, 4) μία (1) θέση στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, 5) μία (1) θέση στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών, 6) μία (1) θέση στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης και 7) μία (1) θέση στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιά.

33.Για την προαγωγή στο βαθμό του Γενικού Διευθυντή Γραμματείας Δικαστηρίων κρίνονται μόνιμοι Δικαστικοί Υπάλληλοι της κατηγορίας ΠΕ (πτυχιούχοι Ανωτάτων Σχολών) εφόσον έχουν συμπληρώσει εικοσιπενταετή πραγματική Δικαστική Υπηρεσία από την οποία τριετή σε θέση Προϊσταμένου Διευθύνσεως Γραμματείας Δικαστηρίων, καθώς και εκείνοι που είχαν βαθμό Γραμματέα Εφετών Α’ ή Β’ Τάξεως την 31-3-1986. Στην περίπτωση που κανείς από τους δικαστικούς υπαλλήλους του οικείου κλάδου δεν έχει όλα τα απαιτούμενα κατά το πρώτο εδάφιο τυπικά προσόντα, κρίνονται για προαγωγή στο βαθμό του Γενικού Διευθυντή Γραμματείας Δικαστηρίων, δικαστικοί υπάλληλοι της ΠΕ κατηγορίας, και μη πτυχιούχοι, εφόσον έχουν συμπληρώσει τριακονταετή πραγματική δικαστική υπηρεσία, από την οποία τριετή σε θέση Προϊσταμένου Διευθύνσεως Γραμματείας Δικαστηρίων. Ως προσόντα κρίσεως πέραν του πτυχίου ανωτάτης σχολής λαμβάνονται υπόψη από το Τριμελές Υπηρεσιακό (Δικαστικό) Συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, η επαγγελματική και επιστημονική κατάρτιση του υπαλλήλου, το προσήκον ήθος, η δραστηριότητα στην υπηρεσία και η ικανότητα αναλήψεως πρωτοβουλιών και ευθυνών ως και η ικανότητα του να επιβάλλεται στο προσωπικό και οι τυχόν μεταπτυχιακές σπουδές και οι ξένες γλώσσες. Η προαγωγή και η τοποθέτηση σε θέση Γενικού Διευθυντή Γραμματείας Δικαστηρίων ενεργείται ύστερα από απόφαση των παραπάνω Τριμελών Δικαστικών Συμβουλίων. Οι προαχθέντες στο βαθμό του Γενικού Διευθυντή Γραμματείας Δικαστηρίων τοποθετούνται ως Προϊστάμενοι της Γραμματείας των οικείων Δικαστηρίων.

34.Μετά την περίπτωση β’ της παρ. 1 του άρθρου 7 του α.ν. 2326/1940 προστίθεται νέα περίπτωση β1 ως εξής:

«β1. Εκ κρατήσως έξι τοις χιλίοις (6%ο) υπέρ τρίτων επί παντός ανεξαιρέτως λογαριασμού πληρωμής εργολάβου φυσικού ή νομικού προσώπου είτε ούτος κέκτηται πτυχίο εργολάβου Δημοσίων Έργων είτε μη και επί των οπωσδήποτε εκτελουμένων έργων υπό του Δημοσίου, Δήμων Κοινοτήτων και νομικών εν γένει προσώπων δημοσίου δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των εκτελουμένων έργων από τις εταιρείες αναπτύξεως έργων υποδομής του ν. 2160/1993 κατά το μέρος που χρηματοδοτούνται είτε από τον Τακτικό Προϋπολογισμό, είτε από τον προϋπολογισμό δημοσίων επενδύσεων, είτε από τον προϋπολογισμό Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. είτε από κοινοτικούς πόρους μη ισχυούσης ως προς τας κρατήσεις και τους πόρους εν γένει του Τ.Σ.Μ.Ε,Δ.Ε. οιασδήποτε εναντίας διατάξεως γενικών ή ειδικών νόμων καθιερούντων εξαιρέσεις ή απαλλαγάς».

35.Τα ποσά των εισπράξεων από την ως άνω κράτηση κατατίθενται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων σε ειδικά έντοκο λογαριασμό, που τηρείται σε αναγνωρισμένη Τράπεζα» με την ονομασία «Δικαιώματα είσπραξης εσόδων Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. υπέρ τρίτων» και διατίθενται:

α) Για την παροχή κινήτρων, κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων, στους μηχανικούς διπλωματούχους Α.Ε.Ι. υπαλλήλους (μόνιμους και συμβασιούχους) του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α.. Στην περίπτωση αυτή το διατιθέμενο ποσό δεν δύναται να υπερβαίνει το ενενήντα τοις εκατό (90%) του συνολικά εισπραττόμενου πόρου της παραγράφου 1.

β) Για την προσέλκυση και παραμονή των υπηρετούντων μηχανικών διπλωματούχων Α.Ε.Ι. (μόνιμων και συμβασιούχων) στις, με την υπ’ αριθ. ΔΙΔΑΔ/Φ5072657 29847/30-10-1992 κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Οικονομικών, καθοριζόμενες προβληματικές περιοχές σε εφαρμογή του άρθρου 9 του ν. 2085/1992. Στην περίπτωση αυτήν το διατιθέμενο ποσό δεν δύναται να υπερβαίνει το είκοσι τοις εκατό (20%) του συνολικά εισπραττόμενου πόρου της παρ. 1.

γ) ………………..

36.Για την είσπραξη των κατά την παράγραφο 1 του παρόντος δικαιωμάτων Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. υπέρ τρίτων εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των παραγράφων 9 και 10 του άρθρου 7 του α.ν. 2326/1940.

37.Η ως άνω ρύθμιση δεν μεταβάλλει το ύψος των αντίστοιχων πόρων του Ε.Μ.Π. για τους οποίους εξακολουθούν να ισχύουν οι μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος κείμενες διατάξεις.

38.Στους δημοσιονομικούς υπαλλήλους του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους χορηγείται, για κάθε ημερολογιακό έτος, αρχής γενομένης για το 1993, ποσοστό μηδέν κόμμα ένα τοις χιλίοις (0,1%ο) επί των συνολικών πραγματοποιούμενων δαπανών του Τακτικού Προϋπολογισμού του κάθε οικονομικού έτους, εξαιρουμένων των χρεολυσίων, προς αντιμετώπιση ειδικών δαπανών τους για την κατάρτιση και εκτέλεση του τακτικού προϋπολογισμού. Το προϊόν του ποσοστού αυτού βαρύνει τον Τακτικό Προϋπολογισμό και κάθε θέμα σχετικό με τη διαχείριση και διάθεση του, καθορίζεται με Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

39.Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του π.δ. 27.11/14.12.1926 (ΦΕΚ 430 Α’). όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 14 του ν. 1486/1984 (ΦΕΚ 161 Α), οι οποίες, κατά το άρθρο 50 του ν. 1947/1991 συνεχίζουν να ισχύουν, αντικαθίστανται ως εξής:

«Οι μόνιμες επιτροπές του Τ.Ε.Ε. είναι όργανα με εισηγητικά και γνωμοδοτικό χαρακτήρα για τα θέματα που παραπέμπονται σ’ αυτές. Στις μόνιμες επιτροπές συμμετέχουν μέλη των Επιστημονικών Επιτροπών Ειδικοτήτων και λοιπά μέλη της Αντιπροσωπείας του Τ.Ε.Ε. καθώς και άλλα μέλη του Τ.Ε.Ε.. Όταν παρίσταται ανάγκη, συγκροτούνται έκτακτες επιτροπές για εξέταση ειδικών θεμάτων ή ομάδες εργασίας για την εκτέλεση συγκεκριμένου κάθε φορά επιστημονικού έργου, στις οποίες, εκτός από τα παραπάνω μέλη, μπορεί να συμμετέχουν και μη μέλη του Τ.Ε.Ε.. Το έργο των έκτακτων επιτροπών ή ομάδων εργασίας κατευθύνεται από τις συγγενέστερες ως προς το αντικείμενο τους μόνιμες επιτροπές ή Επιστημονικές Επιτροπές Ειδικοτήτων ή απευθείας από τη Διοικούσα Επιτροπή.»

40.Της Διεύθυνσης Σχέσεων με Ευρωπαϊκές Κοινότητες του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, μπορεί να προΐσταται και μόνιμος υπάλληλος του Υπουργείου, που έχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών επιπέδου τουλάχιστον Μ3516Γ5, γνωρίζει άριστα τουλάχιστον μία ξένη γλώσσα των χωρών-μελών της Ε.Ο.Κ., προσηκόντως διαπιστουμένη και έχει δεκαετή τουλάχιστον εμπειρία από υπηρεσία ή προϋπηρεσία σχετική με το αντικείμενο της ανωτέρω Διεύθυνσης.

41.Μεταφερθέντες ή μεταταγέντες βάσει των διατάξεων των ν.δ. 1174/1972, 285/1974 και του β.δ. 347/1972. μόνιμοι υπάλληλοι ασφαλισμένοι επικουρικά σε άλλους, εκτός του οικείου προς την υπηρεσία στην οποία υπηρετούν ασφαλιστικούς φορείς, μπορούν με αίτηση τους που υποβάλλεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού να ζητήσουν την υπαγωγή τους στο Ταμείο Αρωγής της υπηρεσίας που ανήκουν οργανικά. Οι εισφορές που καταβλήθηκαν στους φορείς, που ήταν επικουρικά ασφαλισμένα τα πρόσωπα του προηγούμενου εδαφίου μεταφέρονται ατόκως στο νέο Ταμείο ασφαλίσεως τους και ο χρόνος, που αντιστοιχεί σε αυτές, θεωρείται ότι διανύθηκε στην ασφάλιση του νέου Ταμείου ασφάλισης τους.

42.Στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 2 του ν. 1895/1990 (ΦΕΚ 116 Α1) προστίθεται η φράση:

«Ο αριθμός των υπαλλήλων αυτών ορίζεται σε τρεις εφόσον ο Βουλευτής δεν κάνει χρήση της αποφάσεως υπ’ αριθ. 4775 της Ολομέλειας της Βουλής (ΦΕΚ 137/ Τ.Α725.11.1982)».1.Το στεγαστικό επίδομα, που καταβάλλετε στο προσωπικό της Ε.Υ.Π., από 1ης Ιουλίου 1993 χορηγείται με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που χορηγήθηκε (α) στο στρατιωτικό προσωπικό των Ε.Δ. με την κοινή απόφαση 841.1/41/207083/1-12-81 των Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Οικονομικών και κυρώθηκε με το άρθρο 10 του ν. 1284/1982 (ΦΕΚ 114 Α’), (β) στο στρατιωτικό προσωπικό της ΕΛ.ΑΣ και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος με την κοινή απόφαση 2047269/5822/0022/31-5-1989 (ΦΕΚ 423 Β’) των Υπουργών Οικονομικών, Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης και Εμπορικής Ναυπλίας και κυρώθηκε με το άρθρο 11 του ν. 1881/1990 (ΦΕΚ 42 Α’) και στο ύφος που αναπροσαρμόζεται με τις σχετικές αποφάσεις.

2.Τα χορηγηθέντα με το άρθρο 38 του ν. 2008/1992 παράγραφοι 1,2,4,8 και 11 επιδόματα, θέσης ετοιμότητας, ειδικότητας βιβλιοθήκης και λήψης εκπαιδευτικής άδειας στους γιατρούς του Ι.Κ.Α. και άλλων ασφαλιστικών οργανισμών αρμοδιότητας του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, προϊσταμένους διευθύνσεων, τμημάτων και αυτοτελών γραφείων ή αντίστοιχου επιπέδου, επεκτείνονται αναδρομικά από της ισχύος του άνω νόμου και στους μόνιμους ιατρούς και οδοντιάτρους του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) του Δήμου Αθηναίων αρμοδιότητας του Υπουργείου Εσωτερικών, με τους αυτούς όρους και προϋποθέσεις. Η εκπαιδευτική άδεια στους ιατρούς τούτους χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, ύστερα από σχετική εισήγηση της Διοίκησης του Δήμου Αθηναίων. Τα επιδόματα ετοιμότητας και ειδικότητας που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 38 του ν. 2008/1992 επεκτείνονται και στους ιατρούς, οδοντιάτρους και ελεγκτές ιατρούς, οδοντιάτρους του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθώς και στους ιατρούς, οδοντιάτρους μονίμους και επί θητεία του Πατριωτικού Ιδρύματος Κοινωνικής Πρόνοιας και Αντίληψης (Π.Ι.Κ.Π.Α.).

3.Το μηνιαίο επίδομα ειδικότητας των Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας (Ε.Ε.Κ.) της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας  (Υ.Π.Α.) αναπροσαρμόζεται από 1.7.1995, ως κατωτέρω:

α. Στους κατόχους ειδικότητας ελεγκτή περιοχής Β’ Τάξης, σε σαράντα χιλιάδες (40.000) δραχμές.

β. Στους κατόχους μίας από τις ειδικότητες ελεγκτή αεροδρομίου ή ελεγκτή προσεγγίσεως ή ελεγκτή περιοχής Α’ Τάξεως και εφόσον δεν έχουν συμπληρώσει τέσσερα (4) έτη υπηρεσίας στον κλάδο Ε.Ε.Κ., σε εβδομήντα χιλιάδες (70.000) δραχμές.

γ. Στους κατόχους μίας από τις ειδικότητες της περίπτωσης β’, εφόσον έχουν συμπληρώσει τέσσερα (4) έτη υπηρεσίας στον κλάδο Ε.Ε.Κ., σε ενενήντα πέντε χιλιάδες (95.000) δραχμές, προσαυξανόμενο κατά πέντε τοις εκατό (5%), για κάθε έτος άσκησης ειδικότητας.

Η προσαύξηση αυτή χωρεί για συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών άσκησης ειδικότητας.

4.Στους κατόχους ειδικότητας ραντάρ καταβάλλεται πρόσθετο, μη προσαυξανόμενο, ποσό τριάντα χιλιάδων (30.000) δραχμών.

5.Για τον υπολογισμό του χρόνου άσκησης ειδικότητας λαμβάνονται υπόψη τα εξής:

α. Για την προσαύξηση που προβλέπεται στην παράγραφο 3γ’ του παρόντος, ως αφετηρία για την προσμέτρηση του χρόνου άσκησης ειδικότητας λαμβάνεται η μεταγενέστερη ημερομηνία κατά την οποία ο υπάλληλος είτε έχει συμπληρώσει τέσσερα (4) έτη υπηρεσίας στον κλάδο Ε.Ε.Κ. είτε έχει αποκτήσει μία από τις ειδικότητες της παρ. 3 β’ του παρόντος.

β. Για το προσωπικό που υπηρετεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος, ως χρόνος άσκησης ειδικότητας υπολογίζεται ο χρόνος ισχύος μίας ή περισσότερων από τις ειδικότητες της παρ. 3β’ με τους περιορισμούς και προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου.

γ. Από τη δημοσίευση του παρόντος σε περίπτωση που ο Ε.Ε.Κ. έχει σε ισχύ ή ανανεώνει την ειδικότητα σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί πτυχίων και αδειών και δεν υπηρετεί σε μονάδα που προβλέπεται η ειδικότητα την οποία κατέχει ή ανανεώνει, τότε ως χρόνος άσκησης της ειδικότητας προσμετρείται το 1/2 του χρόνου ισχύος της ειδικότητας αυτής.

δ. Από τη δημοσίευση του παρόντος οι Ε.Ε.Κ., που τοποθετούνται ως αερολιμενάρχες σε αερολιμένες όπου ασκείται έλεγχος εναέριας κυκλοφορίας ή παρακολουθούν εκπαιδευτικά προγράμματα εναέριας κυκλοφορίας, θεωρείται ότι συνεχίζουν να ασκούν την ειδικότητα που κατείχαν πριν την τοποθέτησή τους ή την έναρξη των εκπαιδευτικών προγραμμάτων.

ε. Ο χρόνος ασκήσεως της ειδικότητας θα υπολογίζεται και θα βεβαιώνεται από την Επιτροπή, η οποία συγκροτείται σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις που ρυθμίζουν τη βαθμολογική διάρθρωση των Ε.Ε.Κ..

στ. Σε περίπτωση που Ε.Ε.Κ. υπηρετεί σε υπηρεσία, όπου δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ανανέωσης ειδικότητας, δύναται με αίτησή του, η οποία ικανοποιείται μέσα σε προθεσμία εννέα (9) μηνών, να τοποθετηθεί σε υπηρεσία, όπου συντρέχουν οι προϋποθέσεις ανανέωσης ειδικότητας.

ζ. Σε όσους Ε.Ε.Κ. που κατέχουν τις ειδικότητες της περίπτωσης β’ της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού δεν ανανεώνεται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις η ισχύς της ειδικότητας την οποία κατέχουν, καταβάλλεται το προβλεπόμενο από την παραπάνω περίπτωση ποσό ανεξάρτητα από έτη υπηρεσίας.

6.Το μηνιαίο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας που καταβάλλεται σε όλο το μόνιμο και επί συμβάσει προσωπικό της Υ.Π.Α. σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 7 του ν. 1881/1990 (ΦΕΚ 42 Α), αναπροσαρμόζεται στο ποσοστό τριάντα δύο τοις εκατό (32%) επί του βασικού μισθού του έκτου (6ου) μισθολογικού κλιμακίου για το προσωπικό τούτο.

7.Στο ένστολο προσωπικό των Καταστημάτων Κράτησης και Ιδρυμάτων Αγωγής Ανηλίκων καταβάλλεται στεγαστικά επίδομα από 1ης Ιανουαρίου 1994 με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις, που αυτά χορηγείται εκάστοτε στο προσωπικό της Ε.Υ.Π. και στο ύψος που αναπροσαρμόζεται με τις εκδιδόμενες σχετικές αποφάσεις.

8…………………

9…………………

10.Το ειδικό επίδομα της παραγράφου 8 του άρθρου 41 του ν. 2065/1992 (ΦΕΚ 113 Α) καταβάλλεται από 1.10.1993 και στο προσωπικό της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 1517/1985 (ΦΕΚ 25 Α). Το επίδομα αυτό δεν καταβάλλεται σε άσους εξομοιώνονται μισθολογικά με το ανωτέρω προσωπικό. .

11.Η αμοιβή που προβλέπεται από τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 28 του ν. 2083/1992 βαρύνει τον προϋπολογισμό του οικείου Α.Ε.Ι..Κυρώνεται και έχει την ισχύ νόμου η από 20 Ιουλίου 1993 Σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών που έχει ως εξής:

«ΣΥΜΒΑΣΗ

Στην Αθήνα σήμερα την 20ή Ιουλίου 1993, μεταξύ, αφενός του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών Στέφανο Μάνο και αφετέρου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Πρύτανη αυτού κ. Πέτρο Γέμτο που ενεργεί, σύμφωνα και με την από 17 Ιουνίου 1993 απόφαση της Συγκλήτου, συμφωνήθηκαν και έγιναν αποδεκτά τα ακόλουθα:

Α. 1. Με το υπ’ αριθμό 256790/19-5-1979 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιων. Καβαλέκα, σε συνδυασμό και με το υπ’ αριθμό 268489/20-3-1980 συμβόλαιο του ίδιου Συμβολαιογράφου που κυρώθηκαν με το Ν. 1081/1980, το Ελληνικό Δημόσιο, καλούμενο εφεξής, «Δημόσιο», σύμφωνα με τους όρους και συμφωνίες που διαλαμβάνονται στα παραπάνω συμβόλαια:

α) Μεταβίβασε στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, καλούμενο εφεξής «Πανεπιστήμιο», κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ακίνητο, συνολικής έκτασης εκατόν ογδόντα (180) στρεμμάτων, κείμενο στην Αθήνα, παρά το Νοσοκομείο Νοσημάτων θώρακος Αθηνών «Σωτηρία» και στη θέση Τρύπιο Λιθάρι», όπως ειδικότερα το ακίνητο αυτό περιγράφεται στο παραπάνω συμβόλαιο. (256790779), για την επ’ αυτού ανέγερση, εντός δεκαετίας (10ετίας) «Πανεπιστημιακής Νοσηλευτικής Μονάδας Αρεταιείου – Αινινητείου Νοσοκομείου» τουλάχιστον χιλίων κλινών και ανέλαβε την υποχρέωση:

α) Να διαθέσει τις απαιτηθησόμενες για το σκοπό αυτό δαπάνες ανέγερσης και πλήρους εξοπλισμού για τη λειτουργία της Νέας αυτής Νοσηλευτικής Μονάδας

β) Να καλύπτει στο διηνεκές το οικονομικό έλλειμμα που θα προκύπτει από τη λειτουργία της Νοσηλευτικής αυτής Μονάδας

γ) Να καταβάλλει ανελλιπώς στη δανείστρια Εθνική Κτηματική Τραπέζης τοκοχρεωλυτικές δόσεις των συναφθέντων δανείων για την ανέγερση κτιρίων και εγκαταστάσεων της Πανεπιστημιούπολης και την ανέγερση και εξοπλισμό του Αρεταιείου και Αιγινητείου Νοσοκομείου κατά τους όρους των αναφερομένων δανειστικών συμβολαίων και

δ) Να διαθέτει τις απαπηθησομενες δαπάνες για την ανέγερση και πλήρη αποπεράτωση πάντων των κτιρίων της Πανεπιστημιούπολης.

Με το ίδιο παραπάνω υπ αριθμό 256790/79 συμβόλαιο και με τους ειδικότερα αναφερόμενους σε αυτό όρους και συμφωνίες, το Πανεπιστήμιο, ως αντάλλαγμα των ανωτέρω παροχών και υποσχέσεων του Δημοσίου, μεταβίβασε προς αυτό την ψιλή κυριότητα των εξής ακινήτων:

α) Οικόπεδο με το επ’ αυτού συγκρότημα κτιρίων του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Αρεταιείου, κείμενο στην Αθήνα (οδός Βασ. Σοφίας),

β) Οικόπεδο με το επ’ αυτού συγκρότημα κτιρίων του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Αιγινητείου, κείμενο στην Αθήνα (οδός Βασ. Σοφίας),

γ) Οικόπεδο με τα επ’ αυτού κτίρια του Παλαιού και Νέου Χημείου, κείμενο στην Αθήνα και στο περιλειώμενο υπό των οδών Σόλωνος, Χαρ. Τρικούπη,  Ναυαρίνου και Μαυρομιχάλη οικοδομικό τετράγωνο, και

δ) Οικόπεδο μετά των επ’ αυτού κτιρίων της Παλαιάς και Νέας πτέρυγας της Σχολής Θεωρητικών Επιστημών κλπ., κείμενο στην Αθήνα και στο περικλειόμενο υπό των οδών Ακαδημίας, Σίνα, Σόλωνος και Μασσαλίας οικοδομικό τετράγωνο.

Β. Το Δημόσιο δεν εξεπλήρωσε την παραπάνω υποχρέωση του για ανέγερση κ.λπ. του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου, υλοποιεί όμως την υποχρέωση του για την ανέγερση των κτιρίων της Πανεπιστημιούπολης.

Γ. Με την παρούσα σύμβαση και, κατά τροποποίηση και συμπλήρωση των συμφωνηθέντων με το παραπάνω υπ αριθμό 256790/79 συμβόλαιο, συμφωνούνται και γίνονται αποδεκτά τα ακόλουθα:

Δ. 1. Από τα παραπάνω ακίνητα, τα οποία το Πανεπιστήμιο μεταβίβασε στο Δημόσιο κατά ψιλή κυριότητα, ρητό συνομολογείται ότι τα αναφερόμενα στο κεφάλαιο Α παράγραφος 2 και με τα γράμματα γ, και δ ακίνητα (Νέου και Παλαιού Χημείου και Παλαιώς και Νέας Πτέρυγας της Σχολής θεωρητικών Επιστημών κ.λπ.) της παρούσας σύμβασης αποτελούν το αντάλλαγμα του Πανεπιστημίου για την υπό του Δημοσίου συνέχιση της ανέγερσης των κτιρίων της Παν/πολης και κατά τα λοιπά ισχύουν για τα συγκεκριμένα αυτά ακίνητα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών τα όσα διαλαμβάνονται στο παραπάνω 256790/79 συμβόλαιο. Τα δε αναφερόμενα στο ίδιο κεφάλαιο και παράγραφο και με τα γράμματα α’ και β’ ακίνητα (Αρεταίειο και  Αιγινήτειο) αποτελούν το αντάλλαγμα για την υπό του Δημοσίου ανάληψη των δαπανών ανέγερσης κ.λπ. του Νέου Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου στο ίδιο οικοπεδικό χώρο (θέση «Τρύπιο Λιθάρι») με τους παρακάτω συμπληρωματικούς όρους:

Το Πανεπιστήμιο: α) Μεταβιβάζει στο Δημόσιο και την Επικαρπία των αμέσως ανωτέρω δυο ακινήτων (Αρεταίειο και Αιγινήτειο) όπως αυτά, ειδικότερα περιγράφονται στο προηγούμενο υπ αριθμό 256790/79 συμβόλαιο, διατηρεί όμως επ’ αυτών το δικαίωμα της χρήσης των χώρων των δύο Νοσοκομείων με περαιτέρω δικαίωμα εκτέλεσης εργασιών διαμόρφωσης και συντήρησης, που είναι απαραίτητες για τη λειτουργία τους ως Νοσοκομείων μέχρι πλήρους αποπερατώσεως και θέσεως σε λειτουργία του Νέου Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου.

β) Μεταβιβάζει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στο Δημόσιο οικόπεδο επί του οποίου υφίσταται κτιριακό συγκρότημα και λειτουργεί το «Λαϊκό Νοσοκομείο», κείμενο στην Αθήνα, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως των Αθηνών, και στη συμβολή των οδών Μικρός Ασίας και Αγίου Θωμά, όπως αυτό εμφαίνεται στο από Μαΐου 1987 σχεδιάγραμμα του τοπογράφου Χ. Χατζηδάκη, που έχει θεωρηθεί από την Τεχνική Υπηρεσία του Παν/μίου Αθηνών κα έχει συμπληρωθεί την 5-7-93 με στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΚΑ, από την αρχιτέκτονα-μηχανικό Ε. Κομηνάτου -Παγώνη, εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών 7.800 περίπου, οριζόμενο Ανατολικώς με ιδιοκτησία Παν/μίου επί πλευρών 27,50 και 47,50 μέτρων, δυτικώς με οδό Αγ. Θωμά επί προσόψεως 97,00 Αρκτικώς με ιδιοκτησία Παν/μίου επί πλευρών 39,00 25,00 και 50,00 μέτρων και Μεσημβρινώς με οδό Μικρός Ασίας επί προσόψεως 111,50 και 2,00 μέτρων. Επί του οικοπέδου αυτού υφίσταται κτιριακό συγκρότημα συνολικής επιφανείας περίπου 21.000 τετραγωνικών μέτρων. Μέχρι την αποπεράτωση και παράδοση σε λειτουργία του Νέου Πανεπιστημιακού Ν οσοκομείου θα παραμείνουν στο μεταβιβαζόμενο ακίνητο (Λαϊκό Νοσοκομείο) οι ήδη λειτουργούσες παρακάτω Πανεπιστημιακές κλινικές με τις αναφερόμενες αντίστοιχες κλίνες:

1.Α Παθολογική Προπαιδευτική Κλινική 45 κλινών

2.Α Κλινική 45 κλινών

3.Κλινική Παθολογική Φυσιολογίας 45 κλινών

4.Α Χειρουργική Κλινική 30 κλινών

5.Β Κλινική 50 κλινών

6.Ουρολογική Κλινική 42 κλινών

Ε. 1. Το Δημόσιο αναλαμβάνει την υποχρέωση:

α) Να καλύψει πλήρως τις δαπάνες ανέγερσης του «Νέου Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Αρεταιείου-Αιγινητείου», δυναμικότητας χιλίων (1000) περίπου κλινών, προϋπολογισμού, σε τιμές Α’ εξαμήνου 1992, δραχμών 60.000.000.000. Ποσοστό 40% περίπου της δαπάνης αυτής, δηλαδή ποσό δρχ. 24.322.000.000 (103.229.000 ECU) θα καλυφθεί από δάνειο, που ήδη έχει εγκριθείαπό Ταμείο Κοινωνικής Αναπτύξεως του Συμβουλίου της Ευρώπης (ΤΚΑΣΕ) κατά τη σύνοδο του Διοικ. Συμβουλίου του Ιουνίου 1992, με όρους που η Τράπεζα Ελλάδος κρίνει ευνοϊκούς.

Για την υλοποίηση του έργου αυτού το Δημόσιο θα καταθέτει στον προϋπολογισμό ίου Πανεπιστημίου τις απαιτηθησόμενες δαπάνες για τη μελέτη, ανέγερση και εξοπλισμό του Νέου Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου, θα εγγυηθεί υπέρ του Πανεπιστημίου το παραπάνω δάνειο από το ΤΚΑΣΕ και θα αναλάβει την πλήρη εξυπηρέτηση του, σύμφωνα με τους όρους τουκαταρτιθησόμενου μεταξύ του Πανεπιστημίου και του ΤΚΑΣΕ δανειστικού συμβολαίου.

β) Να καλύπτει στο διηνεκές το οικονομικό έλλειμμα που θα προκύπτει από τη λειτουργία του Νέου Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου.

ΣΤ. Η ανέγερση του «Νέου Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Αρεταιείου – Αιγινητείου» θα πραγματοποιηθεί από το Πανεπιστήμιο, το οποίο «ως κύριος του έργου» αναλαμβάνει να προκηρήσσαπανελλήνιους και διεθνείς διαγωνισμούς, να αναθέτει έργα και μελέτες και να καταρτίζει συμβάσεις και ως «φορέας κατασκευής των έργων» θα έχει την ευθύνη παραγωγής αυτών.

Στα πλαίσια των ανωτέρω αρμοδιοτήτων θα αναθέσει την κατασκευή του έργου, με διεθνή διαγωνισμό, με το σύστημα μελέτη-κατασκευή (με το κλειδί στο χέρι).

Η υπάρχουσα μελέτη θα χρησιμοποιηθεί, με τις δέουσες τροποποιήσεις, για την κατάρτιση του φακέλου της δημοπρασίας. Η μελέτη και η προμήθεια του ιατρικού και παραϊατρικού εξοπλισμού θα γίνει επίσης με διεθνείς διαγωνισμούς. Ο συντονισμός και η παρακολούθηση, της όλης πορείας του έργου θα ανατεθεί σε Τεχνικό Σύμβουλο, με τον οποίον το Παν/μιο συνδέεται συμβατικά, εφόσον εξακολουθεί να έχει την κατάλληλη υποδομή για την εκτέλεση του ανωτέρω έργου ή αν προσκληθεί και αποποιηθεί εγγράφως την ανάθεση, θα ανατεθεί σε άλλο Τεχνικό Σύμβουλο με Χ ανάλογα προσόντα κατόπιν διεθνούς διαγωνισμού. Εάν η ανέγερση του Νέου Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου δεν καταστεί δυνατή, εντός δεκαετίας, από της υπογραφής και κύρωσης της σύμβασης αυτής, λόγω προβληματικής εκ μέρους του Δημοσίου χρηματοδότησης. Η κυριότητα των μεταβιβαζομένων άνω ακινήτων (Αρεταιείο,  Αιγινήτειο και Λαϊκό Νοσοκομείο) επανέρχεται στο Πανεπιστήμιο και τα μέχρι το χρόνο αυτό εκτελεσθέντα έργα παραμένουν προς όφελος αυτού.

Ζ. Οι συμβαλλόμενοι αποφασίζουν να ορισθεί Εποπτικό Συμβούλιο που θα παρακολουθεί την πορεία και εξέλιξη των εργασιών, την τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων, την απορρόφηση των πιστώσεων, την τήρηση του χρονοδιαγράμματος των ενεργειών του φορέα, για όλη τη διάρκεια του έργου. Το Εποπτικό Συμβούλιο θα συνεργάζεται με την Τεχνική Υπηρεσία του Παν/μίου και τον Τεχνικό Σύμβουλο του έργου και θα ενημερώνει με σχετική, ανά εξάμηνο. έκθεση τους Υπουργούς Εθνικής Οικονομίας και Εθνικής Παιδείας και θρησκευμάτων και τον κύριο του έργου. Το Εποπτικό Συμβούλιο θα συγκροτηθεί με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων η οποία θα καθορίζει τα μέλη αυτού με τους αναπληρωτές τους τον Πρόεδρο και τις τυχόν αμοιβές του Προέδρου και των μελών του Συμβουλίου. Το Εποπτικό Συμβούλιο θα είναι επταμελές αποτελούμενο από εκπρόσωπο του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, της ΔΕ ΠΑΝΟ Μ και από τέσσερις εκπροσώπους του Πανεπιστημίου.

 

Η παρούσα σύμβαση θα κυρωθεί με νόμο.

Οι συμβαλλόμενοι

Ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών

(υπογραφή)

Πέτρος Γέμτος

Ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών

(υπογραφή)

Στέφανος Μάνος»

Η παρούσα σύμβαση θα κυρωθεί με νόμο.

 

Οι συμβαλλόμενοι

 

Ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών

(υπογραφή)

Πέτρος Γέμτος

 

Ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών

(υπογραφή)

Στέφανος Μάνος»

 

 

 

Αρθρο 30.

 

 

 

Αρθρο 30. – Κείμενο νόμου

 

Στο ν. 2052/1992 περί «Μέτρων νια την αντιμετώπιση του νέφους και πολεοδομικές ρυθμίσεις» και στο άρθρο 6 παράγραφος 2, προστίθεται εδάφιο με στοιχείο γ’, που έχει ως εξής :

«γ. Οι διατάξεις της παραγράφου 20 του άρθρου 4 του ν.δ.1024/1971 (ΦΕΚ 323 Α’), που προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 2β του ν. 2052/1992 (ΦΕΚ 94 Α), έχουν εφαρμογή και για την εκτέλεση των έργων του Φυσικού Αερίου και των εγκαταστάσεων αυτού. Η επίταξη και στην απαλλοτριωθείσα έκταση επιβάλλεται με απόφαση του Υπουργού Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας, η προεκτίμηση δε των ζημιών από υπερκείμενα των ιδιοκτησιών θα γίνει από επιτροπή υπαλλήλων, που συγκροτεί για το σκοπό αυτόν ο οικείος νομάρχης με απόφαση του».

 

 

 

Αρθρο 31.

 

 

 

Αρθρο 31. – Κείμενο νόμου

 

1.Η ορισθείσα υπό της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του α.ν. 373/1968 (ΦΕΚ 79 Α’) γενική κράτηση εκ δύο τοις εκατό (2%) επί της καταβαλλομένης μηνιαίας συντάξεως του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (ΝΛ.Τ.), υπέρ Υγειονομικής περιθάλψεως των Ναυτικών, αναπροσαρμόζεται σε τρία τοις εκατό (3%).

 

2.(α) Τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 21 του π.δ. 894/1981, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 19 του π.δ. 296/1985 και συμπληρώθηκε με το άρθρο μόνο του π.δ. 549/1989, ποσοστά συμμετοχής των ασφαλισμένων στις δαπάνες φαρμάκων αυξάνονται κατά κατηγορία κατά πέντε (5) ποσοστιαίες μονάδες.

(β) Από τη συμμετοχή στις δαπάνες προμήθειας φαρμάκων εξαιρούνται:

(ι) τα παιδιά ναυτικών που είναι ορφανά από πατέρα και μητέρα, εφόσον λαμβάνουν σύνταξη από το Ν.Α.Τ.. Ο σύζυγος ή η σύζυγος ναυτικού που συνταξιοδοτείται από το Ν.Α.Τ. με συνταξιοδοτικώς προστατευόμενα παιδιά τα οποία επίσης εξαιρούνται.

(ιιι) Οι γονείς ναυτικών που συνταξιοδοτούνται από το Ν.Α.Τ. λόγω θανάτου του παιδιού τους.

(γ) Το προσωπικό της Πλοηγικής Υπηρεσίας και τα μέλη των οικογενειών τους στις δαπάνες προμήθειας φαρμάκων εξομειώνονται με τους εν ενεργεία ναυτικούς. Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να δικαιούνται τις λοιπές παροχές, οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 14 παρ. 6 του ν. 3142/1955 (ΦΕΚ 43 Α).

(δ) Με απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, ύστερα από πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου του Οίκου Ναύτου, καθορίζονται τα νοσήματα για την αντιμετώπιση των οποίων οι ασφαλισμένοι προμηθεύονται τα απαιτούμενα φάρμακα άνευ συμμετοχής κατόπιν γνωματεύσεως της προβλεπόμενης στην παρ. 1 του άρθρου 2 του π.δ. 296/1985 Επιτροπής. Με όμοια απόφαση καθορίζονται επίσης συγκεκριμένα φάρμακα για την προμήθεια των οποίων οι ασφαλισμένοι συμμετέχουν κατά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%). Η ισχύς της παρούσας διάταξης αρχίζει μετά την παρέλευση μηνός από της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αφότου και καταργούνται οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του π.δ. 894/1981, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 19 του π.δ. 296/1985.

 

  1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών .Ασφαλίσεων και Εμπορικής Ναυτιλίας, εκδιδόμενη μετά γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Οίκου Ναύτου και δημοσιευόμενη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, επιτρέπεται η κατά χρήση παραχώρηση των κτιριακών και λοιπών εν γένει εγκαταστάσεων, μετά του περιβάλλοντος οικοπεδικού χώρου, του Νοσηλευτικού Ιδρύματος Εμπορικού Ναυτικού (Ν.Ι.Ε.Ν.), το οποίο με το ν.δ. 221/1973 (ΦΕΚ 273 Α’) μετετράπη σε Γενικό Νοσοκομείο Εμπορικού Ναυτικού και συνεχωνεύθη στον Οίκο Ναύτου, του οποίου αποτελεί νοσηλευτική μονάδα, σε άλλο φορέα του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα προκειμένου να αξιοποιηθεί και επαναλειτουργήσει για το σκοπό για τον οποίο συνεστήθη. Οι όροι, οι προϋποθέσεις, η τηρητέα διαδικασία της ως άνω παραχωρήσεως και κάθε εν γένει λεπτομέρεια που σχετίζεται με αυτήν, καθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Εμπορικής Ναυτιλίας, εκδιδομένη μετά γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Οίκου Ναύτου.

 

4.Με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Εμπορικής Ναυτιλίας, εκδιδομένη με σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Οίκου Ναύτου και δημοσιευόμενη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, επιτρέπεται η κατά χρήση παραχώρηση των ανηκουσών κατά κυριότητα στο Ν.Α.Τ. εγκαταστάσεων των Παιδικών Εξοχών Οίκου Ναύτου (Π.Ε.Ο.Ν.) μετά του περιβάλλοντος οικοπεδικού χώρου σε άλλο φορέα δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα ή και σε ιδιώτη προκειμένου να αξιοποιηθούν και επαναλειτουργήσουν για το σκοπό για τον οποίο συνεστήθηκαν. Οι όροι, οι προϋποθέσεις, η τηρητέα διαδικασία της ως άνω παραχωρήσεως και κάθε εν γένει λεπτομέρεια, που σχετίζεται με αυτήν, καθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Εμπορικής Ναυτιλίας εκδιδομένη με σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Οίκου Ναύτου.

 

5.Ο τρόπος ελέγχου των παραστατικών των φαρμακευτικών δαπανών και των δαπανών ιατρικής περίθαλψης του Οίκου Ναύτου καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας μετά από πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου του Οίκου Ναύτου.

 

 

 

Αρθρο 32.

 

 

 

Αρθρο 32. – Κείμενο νόμου

 

  1. Το άρθρο 5 του ν.δ. 3736/1957 (ΦΕΚ 168 Α), αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 5

Υπολογισμός της παροχής

1.Το ύψος της εφάπαξ χρηματικής παροχής, που χορηγείται από το ΤΠΑΕΝ στους ασφαλισμένους του, υπολογίζεται, σύμφωνα με τον Πίνακα Ι που περιέχεται στο Παράρτημα Α του νόμου αυτού, ανάλογα με το χρόνο ασφαλίσεως του κάθε ασφαλισμένου.

2.Ο χρόνος ασφαλίσεως υπολογίζεται σε χρόνια και μήνες. Χρόνος υπηρεσίας μικρότερος του μήνα μεγαλύτερος όμως των 15 ημερών λογίζεται ως πλήρης μήνας ασφαλίσεως άλλως δεν λαμβάνεται υπόψη.

3.Οι παροχές του ΤΠΑΕΝ αυξομειούνται την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους ανάλογα με την οικονομική του κατάσταση με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΑΕΝ, εφόσον η γνώμη χορηγηθεί εντός δεκαπέντε (15) ημερών αφότου ζητηθεί εγγράφως από τον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας».

 

2.Η παράγραφος 2 του άρθρου 18 του ν.δ. 3736/1957 (ΦΕΚ 168 Α’). όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 423/1970 (ΦΕΚ 25 Α’), που αφορά τους πόρους του Ταμείου, αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Οι εισφορές και τα τέλη υπό στοιχεία α’, β’, δ’ και ε’ της προηγούμενης παραγράφου αυξομειώνονται την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας κα Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μετά γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΑΕΝ, εφόσον η γνώμη αυτή χορηγηθεί εντός δεκαπέντε (15) ημερών αφότου ζητηθεί εγγράφως από τον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας.»

 

3.Στο άρθρο 18 του ν.δ. 3736/1957, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 423/1970 (ΦΕΚ 25 Α), προστίθεται παράγραφος 5, που έχει ως εξής:

«5. Οι εισφορές και τα τέλη υπό στοιχεία β’ και γ της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού εισπράττονται από το ΝΑ.Τ. και αποδίδονται στο ΤΠΑΕΝ σύμφωνα με τα άρθρα 84 και επόμενα του π.δ. 913/1978 (ΦΕΚ 220 Α’) «Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον νόμου των περί Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου Κειμένων Διατάξεων» που έχουν εφαρμογή και για το ΤΠΑΕΝ».

 

4.Όσες αποφάσεις για εφάπαξ χρηματική παροχή από το ΤΠΑΕΝ έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου με βάση τους πίνακες υπολογισμού που χρησιμοποιήθηκαν από το ΤΠΑΕΝ και Ν.Α.Τ. λογίζονται άτι καλώς εκδόθηκαν. Προσφυγές όμως που έχουν κατατεθεί κατά τέτοιων αποφάσεων ή που θα κατατεθούν εντός της νομίμου προθεσμίας για οποιονδήποτε άλλο λόγο, πλην του υπολογισμού βάσει των πινάκων, δεν επηρεάζονται από τη διάταξη αυτή.

 

5.Το άρθρο 5 του ν.δ. 3737/1957 (ΦΕΚ 168 Α), αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 5

Υπολογισμός της παροχής

1.Το ύψος της εφάπαξ χρηματικής παροχής που χορηγείται από το ΤΠΚΠΕΝ στους ασφαλισμένους του υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πίνακα II που περιέχεται στο Παράρτημα Α του νόμου αυτού, ανάλογα με το χρόνο ασφαλίσεως του κάθε ασφαλισμένου.

2.Ο χρόνος ασφαλίσεως υπολογίζεται σε χρόνια και μήνες, χρόνος υπηρεσίας μικρότερος του μήνα, μεγαλύτερος όμως των δεκαπέντε (15) ημερών ως πλήρης μήνας ασφαλίσεως άλλως δεν λαμβάνεται υπόψη.

3.Οι παροχές του ΤΠΚΠΕΝ αυξομειώνονται την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους ανάλογα με την οικονομική του κατάσταση με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Εμπορικής Ναυτιλίας και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΚΠΕΝ, εφόσον η γνώμη χορηγηθεί εντός δεκαπέντε (15) ημερών αφότου ζητηθεί εγγράφως από τον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας».

 

6.Η παράγραφος 2 του όρθρου 18 του ν.δ. 3737/1957 (ΦΕΚ 168 Α’), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 354/1969 (ΦΕΚ 25 Α’), που αφορά τους πόρους του Ταμείου, αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Οι εισφορές και τα τέλη υπό στοιχεία β’ και γ της προηγούμενης παραγράφου αυξομειώνονται την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Εμπορικής Ναυτιλίας και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μετά γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΚΠΕΝ, εφόσον η γνώμη αυτή χορηγηθεί εντός δεκαπέντε (15) ημερών αφότου ζητηθεί εγγράφως από τον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας.

 

7.Στο άρθρο 18 του ν.δ. 3737/1957, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 354/1969 (ΦΕΚ 251 Α’), προστίθεται παράγραφος 5, που έχει ως εξής:

«5. Οι εισφορές και τα τέλη υπό στοιχεία α’, β δ’ και ε’ της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού εισπράττονται από το Ν.Α.Τ. και αποδίδονται στο ΤΠΚΠΕΝ, σύμφωνα με τα άρθρα 84 και επόμενα του π.δ. 913/1973 (ΦΕΚ 220 Α’), «Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον  κείμενον νόμου των περί Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου Κειμένων Διατάξεων» που έχουν εφαρμογή και για τοΤΠΚΠΕΝ».

 

8.Οσες αποφάσεις για εφάπαξ χρηματική παροχή από το  ΤΠΚΠΕΝ έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού με βάση τους πίνακες υπολογισμού που χρησιμοποιήθηκαν από το ΤΠΚΠΕΝ και Ν.Α.Τ. λογίζονται ότι καλώς εκδόθηκαν. Προσφυγές όμως που έχουν κατατεθεί κατά τέτοιων αποφάσεων ή που θα κατατεθούν εντός της νομίμου προθεσμίας για οποιονδήποτε άλλο λόγο, πλην του υπολογισμού βάσει των πινάκων, δεν επηρεάζονται από τη διάταξη αυτή.

 

9.Το δικαίωμα για αίτηση παροχής από το Κεφάλαιο Επικουρικής Ασφαλίσεως (ΚΕΑΝ) του Ν.Α.Τ. δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό. Οι προθεσμίες των άρθρων 8 παρ. 3 και 9 παρ. 5 του ν. 1482/1984 για την «Επικουρική Ασφάλιση Ναυτικών και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 153 Α’) καταργούνται. Αιτήσεις που είχαν υποβληθεί εκπρόθεσμα κρίνονται ως εάν οι ανωτέρω προθεσμίες να μην υπήρχαν.

 

10.Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εμπορικής Ναυτιλίας και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μετά γνώμη του Δ.Σ. του Ν.Α.Τ. μπορεί να καθορίζονται: (α) Ποια είναι τα διατιμημένα έντυπα του Ν.Α.Τ., των οποίων τα έσοδα αποτελούν πόρο του Ν.Α.Τ.,

(β) ο φορέας ή οι φορείς και η διαδικασία εκτύπωσης και διάθεσης

(γ) το αντίτιμο και ο τρόπος εισπράξεως του με άμεση καταβολή ή με την επικόλληση ειδικού ενσήμου καθοριζομένου και του τύπου του ενσήμου και του τρόπου προμήθειας και διαθέσεως αυτού και

(δ) κάθε άλλη λεπτομέρεια σχετικά με τα διατιμημένα έντυπα του Ν.Α.Τ..

 

11.Κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου η κενή θέση του Γενικού Διευθυντή του Ν.Α.Τ. μπορεί να καλυφθεί με τριετή ανάθεση καθηκόντων από υπηρετούντες κατά τη δημοσίευση του παρόντος προϊσταμένους διευθύνσεων του ΝΑ.Τ. ή του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, που έχουν τις τυπικές προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 78 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α’). Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 78 του ν. 1892/1990, όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 15 του ν. 2026/1992 (ΦΕΚ43 Α).

 

12.Η παράγραφος 4 του άρθρου 4 του ν. 792/1978 (ΦΕΚ 110 Α’), αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Εκάστου των μελών του Δ.Σ. του Ν.Α.Τ. ορίζονται αναπληρωτές, οι οποίοι έχουν τις ιδιότητες του αναπληρούμενου».

 

13.Στο ν. 792/1978 (ΦΕΚ 110 Α’) προστίθεται νέο άρθρο 5Α ως εξής:

«Άρθρο 5Α

Αντιπρόεδρος Διοικητικού Συμβουλίου Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (Δ.Σ.Ν.Α.Τ). Ως Αντιπρόεδρος του Δ.Σ.Ν.Α.Τ. ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, πρόσωπο που έχει επιστημονικές γνώσεις και πείρα σε θέματα Κοινωνικής Ασφάλισης ή Δημόσιας Διοίκησης γενικά, με την υποχρέωση πλήρους απασχόλησης. Ο Αντιπρόεδρος αντικαθιστά τον Πρόεδρο Δ.Σ.Ν.Α.Τ. απόντα ή κωλυόμενο».

 

14.Στο άρθρο 88 του π.δ. 913/1978 «περί κωδικοποιήσεως των περί Ν.Α.Τ. διατάξεων» προστίθεται παράγραφος 7 ως εξής:

«7 Εισφορές οφειλόμενες ή βεβαιούμενες από ναυτολόγιο παραγράφονται μετά εικοσαετία από τη λήξη του έτους, στο οποίο ήσαν απαιτητές. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και σε προγενέστερες εισφορές, για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση».

 

15.Η ισχύς των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 5 του ν.δ. 3736/1957 (ΦΕΚ 168 Α’) και των παραγράφων 2 και 3 του όρθρου 5 του ν.δ. 3737/1957 (ΦΕΚ 168 Α’), όπως τροποποιήθηκαν με τις παραγράφους 1 και 5 του παρόντος όρθρου αντίστοιχα, όπως και των παραγράφων 2 και 6 του παρόντος άρθρου, αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 1994. Οι αυξήσεις των εφάπαξ που προβλέπονται από τους πίνακες της παραγράφου 1 των άρθρων αυτών και των εισφορών που έχουν εγκριθεί ή θα εγκριθούν μέχρι τότε, σύμφωνα με τα ισχύοντα, είναι νόμιμες.

Η ισχύς των διατάξεων των παραγράφων 3 και 7 του παρόντος άρθρου άρχεται από 1 Ιανουαρίου 1992.

 

 

 

Αρθρο 33.

 

 

 

Αρθρο 33. – Κείμενο νόμου

 

Στο τέλος της παρ. 4α του άρθρου 6 του ν. 2052/1992 (ΦΕΚ 94 Α’), προστίθενται τα εξής:

«Οι ως άνω Ζώνες αποτυπώνονται σε χάρτη με κατάλληλη κλίμακα, ο οποίος αποστέλλεται στα Υπουργεία Γεωργίας και Πολιτισμού. Το Υπουργείο Γεωργίας υποχρεούται εντός τριών (3) μηνών, από της παραλαβής του χάρτη, να σημειώσει επ’  αυτού εάν υπάρχουν περιοχές και τα ορώ τους, οι οποίες προστατεύονται από τη νομοθεσία για τα δάση. Αν παρέλθει άπρακτο το τρίμηνο αυτό, θεωρείται ότι δεν υπάρχουν τέτοιες περιοχές. Το Υπουργείο Πολιτισμού, προκειμένου να σημειωθούν στο χάρτη οι τυχόν εμπίπτοντες σ’ αυτόν αρχαιολογικού ενδιαφέροντος χώροι και τα όρια τους, κινεί τη διαδικασία του άρθρου 91 του ν. 1892/1990, πριν την ολοκλήρωση της οποίας δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων».

 

 

 

Αρθρο 34.

 

 

 

Αρθρο 34. – Κείμενο νόμου

 

Στην παράγραφο 5δ του άρθρου 24α του ν. 2075/1992 (ΦΕΚ 129 Α») «Περί οργάνωσης και λειτουργίας του τομέα των τηλεπικοινωνιών», που προστέθηκε με το όρθρο 41 του ν. 2145/1993 (ΦΕΚ 88 Α’) και στο τέλος του τέταρτου στίχου αυτής προστίθεται η φράση:

«και κατ’ εξαίρεση των ισχυουσών σε αυτές διατάξεων και περιορισμών.»

 

 

 

Αρθρο 35. Έναρξη ισχύος

 

 

 

Αρθρο 35. Έναρξη ισχύος – Κείμενο νόμου

 

  1. Η ισχύς των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 19 αρχίζει από 1.1.1992, των δε παραγράφων 1 έως και 10 του άρθρου 22 αρχίζει από την 11η Αυγούστου 1993.

 

  1. Η ισχύς των λοιπών διατάξεων του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά σε αυτές.

 

 

 

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.

 

Αθήνα, 24 Αυγούστου 1993

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Γ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ

 

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ

 

ΠΡΟΕΔΡΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

 

ΣΩΤ. ΚΟΥΒΕΛΑΣ

 

ΕΘΝΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

ΣΤ. ΜΑΝΟΣ

 

ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΓΕΩΡΠΑΣ

Α. ΣΤΑΥΡΟΥ

 

Ο ΑΝΑΠΛΗΡΩΝ ΤΟΝ ΥΠΟΥΡΓΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Ν. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ

 

ΥΓΕΙΑΣ, ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ

Δ.ΣΙΟΥΦΑΣ

 

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

ΑΝΝΑ ΨΑΡΟΥΔΑ-ΜΠΕΝΑΚΗ

 

ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ

Γ. ΣΟΥΦΛΙΑΣ

 

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Θ. ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗ

 

Ο ΑΝΑΠΛΗΡΩΝ ΤΟΝ ΥΠΟΥΡΓΟ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ

ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΠΡΟΕΔΡΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

ΣΩΤ. ΚΟΥΒΕΛΑΣ

 

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ, ΧΩΡΟΤΑΞΙΑΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ

ΑΧ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ

 

ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ, ΕΝΕΡΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΟΥ

Β. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

 

ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ

Θ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους

 

Αθήνα 24 Αυγούστου 1993

 

Η ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ

ΑΝΝΑ ΨΑΡΟΥΔΑ-ΜΠΕΝΑΚΗ

Στο ν. 2052/1992 περί «Μέτρων νια την αντιμετώπιση του νέφους και πολεοδομικές ρυθμίσεις» και στο άρθρο 6 παράγραφος 2, προστίθεται εδάφιο με στοιχείο γ’, που έχει ως εξής :

«γ. Οι διατάξεις της παραγράφου 20 του άρθρου 4 του ν.δ.1024/1971 (ΦΕΚ 323 Α’), που προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 2β του ν. 2052/1992 (ΦΕΚ 94 Α), έχουν εφαρμογή και για την εκτέλεση των έργων του Φυσικού Αερίου και των εγκαταστάσεων αυτού. Η επίταξη και στην απαλλοτριωθείσα έκταση επιβάλλεται με απόφαση του Υπουργού Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας, η προεκτίμηση δε των ζημιών από υπερκείμενα των ιδιοκτησιών θα γίνει από επιτροπή υπαλλήλων, που συγκροτεί για το σκοπό αυτόν ο οικείος νομάρχης με απόφαση του».1.Η ορισθείσα υπό της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του α.ν. 373/1968 (ΦΕΚ 79 Α’) γενική κράτηση εκ δύο τοις εκατό (2%) επί της καταβαλλομένης μηνιαίας συντάξεως του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (ΝΛ.Τ.), υπέρ Υγειονομικής περιθάλψεως των Ναυτικών, αναπροσαρμόζεται σε τρία τοις εκατό (3%).

2.(α) Τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 21 του π.δ. 894/1981, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 19 του π.δ. 296/1985 και συμπληρώθηκε με το άρθρο μόνο του π.δ. 549/1989, ποσοστά συμμετοχής των ασφαλισμένων στις δαπάνες φαρμάκων αυξάνονται κατά κατηγορία κατά πέντε (5) ποσοστιαίες μονάδες.

(β) Από τη συμμετοχή στις δαπάνες προμήθειας φαρμάκων εξαιρούνται:

(ι) τα παιδιά ναυτικών που είναι ορφανά από πατέρα και μητέρα, εφόσον λαμβάνουν σύνταξη από το Ν.Α.Τ.. Ο σύζυγος ή η σύζυγος ναυτικού που συνταξιοδοτείται από το Ν.Α.Τ. με συνταξιοδοτικώς προστατευόμενα παιδιά τα οποία επίσης εξαιρούνται.

(ιιι) Οι γονείς ναυτικών που συνταξιοδοτούνται από το Ν.Α.Τ. λόγω θανάτου του παιδιού τους.

(γ) Το προσωπικό της Πλοηγικής Υπηρεσίας και τα μέλη των οικογενειών τους στις δαπάνες προμήθειας φαρμάκων εξομειώνονται με τους εν ενεργεία ναυτικούς. Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να δικαιούνται τις λοιπές παροχές, οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 14 παρ. 6 του ν. 3142/1955 (ΦΕΚ 43 Α).

(δ) Με απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, ύστερα από πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου του Οίκου Ναύτου, καθορίζονται τα νοσήματα για την αντιμετώπιση των οποίων οι ασφαλισμένοι προμηθεύονται τα απαιτούμενα φάρμακα άνευ συμμετοχής κατόπιν γνωματεύσεως της προβλεπόμενης στην παρ. 1 του άρθρου 2 του π.δ. 296/1985 Επιτροπής. Με όμοια απόφαση καθορίζονται επίσης συγκεκριμένα φάρμακα για την προμήθεια των οποίων οι ασφαλισμένοι συμμετέχουν κατά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%). Η ισχύς της παρούσας διάταξης αρχίζει μετά την παρέλευση μηνός από της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αφότου και καταργούνται οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του π.δ. 894/1981, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 19 του π.δ. 296/1985.

3.Με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών .Ασφαλίσεων και Εμπορικής Ναυτιλίας, εκδιδόμενη μετά γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Οίκου Ναύτου και δημοσιευόμενη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, επιτρέπεται η κατά χρήση παραχώρηση των κτιριακών και λοιπών εν γένει εγκαταστάσεων, μετά του περιβάλλοντος οικοπεδικού χώρου, του Νοσηλευτικού Ιδρύματος Εμπορικού Ναυτικού (Ν.Ι.Ε.Ν.), το οποίο με το ν.δ. 221/1973 (ΦΕΚ 273 Α’) μετετράπη σε Γενικό Νοσοκομείο Εμπορικού Ναυτικού και συνεχωνεύθη στον Οίκο Ναύτου, του οποίου αποτελεί νοσηλευτική μονάδα, σε άλλο φορέα του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα προκειμένου να αξιοποιηθεί και επαναλειτουργήσει για το σκοπό για τον οποίο συνεστήθη. Οι όροι, οι προϋποθέσεις, η τηρητέα διαδικασία της ως άνω παραχωρήσεως και κάθε εν γένει λεπτομέρεια που σχετίζεται με αυτήν, καθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Εμπορικής Ναυτιλίας, εκδιδομένη μετά γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Οίκου Ναύτου.

4.Με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Εμπορικής Ναυτιλίας, εκδιδομένη με σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Οίκου Ναύτου και δημοσιευόμενη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, επιτρέπεται η κατά χρήση παραχώρηση των ανηκουσών κατά κυριότητα στο Ν.Α.Τ. εγκαταστάσεων των Παιδικών Εξοχών Οίκου Ναύτου (Π.Ε.Ο.Ν.) μετά του περιβάλλοντος οικοπεδικού χώρου σε άλλο φορέα δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα ή και σε ιδιώτη προκειμένου να αξιοποιηθούν και επαναλειτουργήσουν για το σκοπό για τον οποίο συνεστήθηκαν. Οι όροι, οι προϋποθέσεις, η τηρητέα διαδικασία της ως άνω παραχωρήσεως και κάθε εν γένει λεπτομέρεια, που σχετίζεται με αυτήν, καθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Εμπορικής Ναυτιλίας εκδιδομένη με σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Οίκου Ναύτου.

5.Ο τρόπος ελέγχου των παραστατικών των φαρμακευτικών δαπανών και των δαπανών ιατρικής περίθαλψης του Οίκου Ναύτου καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας μετά από πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου του Οίκου Ναύτου.1.Το άρθρο 5 του ν.δ. 3736/1957 (ΦΕΚ 168 Α), αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 5

Υπολογισμός της παροχής

1.Το ύψος της εφάπαξ χρηματικής παροχής, που χορηγείται από το ΤΠΑΕΝ στους ασφαλισμένους του, υπολογίζεται, σύμφωνα με τον Πίνακα Ι που περιέχεται στο Παράρτημα Α του νόμου αυτού, ανάλογα με το χρόνο ασφαλίσεως του κάθε ασφαλισμένου.

2.Ο χρόνος ασφαλίσεως υπολογίζεται σε χρόνια και μήνες. Χρόνος υπηρεσίας μικρότερος του μήνα μεγαλύτερος όμως των 15 ημερών λογίζεται ως πλήρης μήνας ασφαλίσεως άλλως δεν λαμβάνεται υπόψη.

3.Οι παροχές του ΤΠΑΕΝ αυξομειούνται την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους ανάλογα με την οικονομική του κατάσταση με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΑΕΝ, εφόσον η γνώμη χορηγηθεί εντός δεκαπέντε (15) ημερών αφότου ζητηθεί εγγράφως από τον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας».

2.Η παράγραφος 2 του άρθρου 18 του ν.δ. 3736/1957 (ΦΕΚ 168 Α’). όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 423/1970 (ΦΕΚ 25 Α’), που αφορά τους πόρους του Ταμείου, αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Οι εισφορές και τα τέλη υπό στοιχεία α’, β’, δ’ και ε’ της προηγούμενης παραγράφου αυξομειώνονται την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας κα Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μετά γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΑΕΝ, εφόσον η γνώμη αυτή χορηγηθεί εντός δεκαπέντε (15) ημερών αφότου ζητηθεί εγγράφως από τον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας.»

3.Στο άρθρο 18 του ν.δ. 3736/1957, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 423/1970 (ΦΕΚ 25 Α), προστίθεται παράγραφος 5, που έχει ως εξής:

«5. Οι εισφορές και τα τέλη υπό στοιχεία β’ και γ της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού εισπράττονται από το ΝΑ.Τ. και αποδίδονται στο ΤΠΑΕΝ σύμφωνα με τα άρθρα 84 και επόμενα του π.δ. 913/1978 (ΦΕΚ 220 Α’) «Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον νόμου των περί Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου Κειμένων Διατάξεων» που έχουν εφαρμογή και για το ΤΠΑΕΝ».

4.Όσες αποφάσεις για εφάπαξ χρηματική παροχή από το ΤΠΑΕΝ έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου με βάση τους πίνακες υπολογισμού που χρησιμοποιήθηκαν από το ΤΠΑΕΝ και Ν.Α.Τ. λογίζονται άτι καλώς εκδόθηκαν. Προσφυγές όμως που έχουν κατατεθεί κατά τέτοιων αποφάσεων ή που θα κατατεθούν εντός της νομίμου προθεσμίας για οποιονδήποτε άλλο λόγο, πλην του υπολογισμού βάσει των πινάκων, δεν επηρεάζονται από τη διάταξη αυτή.

5.Το άρθρο 5 του ν.δ. 3737/1957 (ΦΕΚ 168 Α), αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 5

Υπολογισμός της παροχής

1.Το ύψος της εφάπαξ χρηματικής παροχής που χορηγείται από το ΤΠΚΠΕΝ στους ασφαλισμένους του υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πίνακα II που περιέχεται στο Παράρτημα Α του νόμου αυτού, ανάλογα με το χρόνο ασφαλίσεως του κάθε ασφαλισμένου.

2.Ο χρόνος ασφαλίσεως υπολογίζεται σε χρόνια και μήνες, χρόνος υπηρεσίας μικρότερος του μήνα, μεγαλύτερος όμως των δεκαπέντε (15) ημερών ως πλήρης μήνας ασφαλίσεως άλλως δεν λαμβάνεται υπόψη.

3.Οι παροχές του ΤΠΚΠΕΝ αυξομειώνονται την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους ανάλογα με την οικονομική του κατάσταση με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Εμπορικής Ναυτιλίας και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΚΠΕΝ, εφόσον η γνώμη χορηγηθεί εντός δεκαπέντε (15) ημερών αφότου ζητηθεί εγγράφως από τον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας».

6.Η παράγραφος 2 του όρθρου 18 του ν.δ. 3737/1957 (ΦΕΚ 168 Α’), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 354/1969 (ΦΕΚ 25 Α’), που αφορά τους πόρους του Ταμείου, αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Οι εισφορές και τα τέλη υπό στοιχεία β’ και γ της προηγούμενης παραγράφου αυξομειώνονται την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Εμπορικής Ναυτιλίας και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μετά γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΚΠΕΝ, εφόσον η γνώμη αυτή χορηγηθεί εντός δεκαπέντε (15) ημερών αφότου ζητηθεί εγγράφως από τον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας.

7.Στο άρθρο 18 του ν.δ. 3737/1957, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 354/1969 (ΦΕΚ 251 Α’), προστίθεται παράγραφος 5, που έχει ως εξής:

«5. Οι εισφορές και τα τέλη υπό στοιχεία α’, β δ’ και ε’ της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού εισπράττονται από το Ν.Α.Τ. και αποδίδονται στο ΤΠΚΠΕΝ, σύμφωνα με τα άρθρα 84 και επόμενα του π.δ. 913/1973 (ΦΕΚ 220 Α’), «Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον  κείμενον νόμου των περί Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου Κειμένων Διατάξεων» που έχουν εφαρμογή και για τοΤΠΚΠΕΝ».

8.Οσες αποφάσεις για εφάπαξ χρηματική παροχή από το  ΤΠΚΠΕΝ έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού με βάση τους πίνακες υπολογισμού που χρησιμοποιήθηκαν από το ΤΠΚΠΕΝ και Ν.Α.Τ. λογίζονται ότι καλώς εκδόθηκαν. Προσφυγές όμως που έχουν κατατεθεί κατά τέτοιων αποφάσεων ή που θα κατατεθούν εντός της νομίμου προθεσμίας για οποιονδήποτε άλλο λόγο, πλην του υπολογισμού βάσει των πινάκων, δεν επηρεάζονται από τη διάταξη αυτή.

9.Το δικαίωμα για αίτηση παροχής από το Κεφάλαιο Επικουρικής Ασφαλίσεως (ΚΕΑΝ) του Ν.Α.Τ. δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό. Οι προθεσμίες των άρθρων 8 παρ. 3 και 9 παρ. 5 του ν. 1482/1984 για την «Επικουρική Ασφάλιση Ναυτικών και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 153 Α’) καταργούνται. Αιτήσεις που είχαν υποβληθεί εκπρόθεσμα κρίνονται ως εάν οι ανωτέρω προθεσμίες να μην υπήρχαν.

10.Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εμπορικής Ναυτιλίας και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μετά γνώμη του Δ.Σ. του Ν.Α.Τ. μπορεί να καθορίζονται: (α) Ποια είναι τα διατιμημένα έντυπα του Ν.Α.Τ., των οποίων τα έσοδα αποτελούν πόρο του Ν.Α.Τ.,

(β) ο φορέας ή οι φορείς και η διαδικασία εκτύπωσης και διάθεσης

(γ) το αντίτιμο και ο τρόπος εισπράξεως του με άμεση καταβολή ή με την επικόλληση ειδικού ενσήμου καθοριζομένου και του τύπου του ενσήμου και του τρόπου προμήθειας και διαθέσεως αυτού και

(δ) κάθε άλλη λεπτομέρεια σχετικά με τα διατιμημένα έντυπα του Ν.Α.Τ..

11.Κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου η κενή θέση του Γενικού Διευθυντή του Ν.Α.Τ. μπορεί να καλυφθεί με τριετή ανάθεση καθηκόντων από υπηρετούντες κατά τη δημοσίευση του παρόντος προϊσταμένους διευθύνσεων του ΝΑ.Τ. ή του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, που έχουν τις τυπικές προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 78 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α’). Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 78 του ν. 1892/1990, όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 15 του ν. 2026/1992 (ΦΕΚ43 Α).

12.Η παράγραφος 4 του άρθρου 4 του ν. 792/1978 (ΦΕΚ 110 Α’), αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Εκάστου των μελών του Δ.Σ. του Ν.Α.Τ. ορίζονται αναπληρωτές, οι οποίοι έχουν τις ιδιότητες του αναπληρούμενου».

13.Στο ν. 792/1978 (ΦΕΚ 110 Α’) προστίθεται νέο άρθρο 5Α ως εξής:

«Άρθρο 5Α

Αντιπρόεδρος Διοικητικού Συμβουλίου Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (Δ.Σ.Ν.Α.Τ). Ως Αντιπρόεδρος του Δ.Σ.Ν.Α.Τ. ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, πρόσωπο που έχει επιστημονικές γνώσεις και πείρα σε θέματα Κοινωνικής Ασφάλισης ή Δημόσιας Διοίκησης γενικά, με την υποχρέωση πλήρους απασχόλησης. Ο Αντιπρόεδρος αντικαθιστά τον Πρόεδρο Δ.Σ.Ν.Α.Τ. απόντα ή κωλυόμενο».

14.Στο άρθρο 88 του π.δ. 913/1978 «περί κωδικοποιήσεως των περί Ν.Α.Τ. διατάξεων» προστίθεται παράγραφος 7 ως εξής:

«7 Εισφορές οφειλόμενες ή βεβαιούμενες από ναυτολόγιο παραγράφονται μετά εικοσαετία από τη λήξη του έτους, στο οποίο ήσαν απαιτητές. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και σε προγενέστερες εισφορές, για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση».

15.Η ισχύς των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 5 του ν.δ. 3736/1957 (ΦΕΚ 168 Α’) και των παραγράφων 2 και 3 του όρθρου 5 του ν.δ. 3737/1957 (ΦΕΚ 168 Α’), όπως τροποποιήθηκαν με τις παραγράφους 1 και 5 του παρόντος όρθρου αντίστοιχα, όπως και των παραγράφων 2 και 6 του παρόντος άρθρου, αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 1994. Οι αυξήσεις των εφάπαξ που προβλέπονται από τους πίνακες της παραγράφου 1 των άρθρων αυτών και των εισφορών που έχουν εγκριθεί ή θα εγκριθούν μέχρι τότε, σύμφωνα με τα ισχύοντα, είναι νόμιμες.

Η ισχύς των διατάξεων των παραγράφων 3 και 7 του παρόντος άρθρου άρχεται από 1 Ιανουαρίου 1992.Στο τέλος της παρ. 4α του άρθρου 6 του ν. 2052/1992 (ΦΕΚ 94 Α’), προστίθενται τα εξής:

«Οι ως άνω Ζώνες αποτυπώνονται σε χάρτη με κατάλληλη κλίμακα, ο οποίος αποστέλλεται στα Υπουργεία Γεωργίας και Πολιτισμού. Το Υπουργείο Γεωργίας υποχρεούται εντός τριών (3) μηνών, από της παραλαβής του χάρτη, να σημειώσει επ’  αυτού εάν υπάρχουν περιοχές και τα ορώ τους, οι οποίες προστατεύονται από τη νομοθεσία για τα δάση. Αν παρέλθει άπρακτο το τρίμηνο αυτό, θεωρείται ότι δεν υπάρχουν τέτοιες περιοχές. Το Υπουργείο Πολιτισμού, προκειμένου να σημειωθούν στο χάρτη οι τυχόν εμπίπτοντες σ’ αυτόν αρχαιολογικού ενδιαφέροντος χώροι και τα όρια τους, κινεί τη διαδικασία του άρθρου 91 του ν. 1892/1990, πριν την ολοκλήρωση της οποίας δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων».Στην παράγραφο 5δ του άρθρου 24α του ν. 2075/1992 (ΦΕΚ 129 Α») «Περί οργάνωσης και λειτουργίας του τομέα των τηλεπικοινωνιών», που προστέθηκε με το όρθρο 41 του ν. 2145/1993 (ΦΕΚ 88 Α’) και στο τέλος του τέταρτου στίχου αυτής προστίθεται η φράση:

«και κατ’ εξαίρεση των ισχυουσών σε αυτές διατάξεων και περιορισμών.»1.Η ισχύς των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 19 αρχίζει από 1.1.1992, των δε παραγράφων 1 έως και 10 του άρθρου 22 αρχίζει από την 11η Αυγούστου 1993.

2.Η ισχύς των λοιπών διατάξεων του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά σε αυτές.Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.

 

Αθήνα, 24 Αυγούστου 1993

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Γ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ

 

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ

 

ΠΡΟΕΔΡΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ – ΣΩΤ. ΚΟΥΒΕΛΑΣ

ΕΘΝΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΚΟΝΟΜΙΚΩΝ – ΣΤ. ΜΑΝΟΣ

ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΓΕΩΡΠΑΣ – Α. ΣΤΑΥΡΟΥ

Ο ΑΝΑΠΛΗΡΩΝ ΤΟΝ ΥΠΟΥΡΓΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ – Ν. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ

ΥΓΕΙΑΣ, ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ – Δ.ΣΙΟΥΦΑΣ

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ – ΑΝΝΑ ΨΑΡΟΥΔΑ-ΜΠΕΝΑΚΗ

ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ – Γ. ΣΟΥΦΛΙΑΣ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ – Θ. ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗ

Ο ΑΝΑΠΛΗΡΩΝ ΤΟΝ ΥΠΟΥΡΓΟ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ

ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΠΡΟΕΔΡΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ – ΣΩΤ. ΚΟΥΒΕΛΑΣ

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ, ΧΩΡΟΤΑΞΙΑΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ – ΑΧ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ

ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ, ΕΝΕΡΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΟΥ – Β. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ – Θ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους

Αθήνα 24 Αυγούστου 1993

 

Η ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ

ΑΝΝΑ ΨΑΡΟΥΔΑ-ΜΠΕΝΑΚΗ

 

[stm_post_bottom][stm_post_about_author][stm_post_comments]

Αρθρογραφία που μπορεί να σας ενδιαφέρει …