Πως μπορούμε να σας βοηθήσουμε;

Η έμπειρη ομάδα μας είναι πάντα πρόθυμη να σας εξυπηρετήσει.

Η EFM σημαίνει για μένα:
Γνώστες του αντικειμένου τους
Άμεση εξυπηρέτηση
Υψηλή επαγγελματικότητα
Αξιοπιστία
Άμεση ενημέρωση για όλες τις αλλαγές
Μπράβο παιδιά, συνεχίστε έτσι!!!

placeholder
Κώστας Στεφάνου από ΟΕ

Κατεβάστε το ενημερωτικό φυλλάδιο για την Τεκμηρίωση Ενδοομιλικών Συναλλαγών

Μέθοδοι Τεκμηρίωσης

Ποιες είναι οι μέθοδοι τεκμηρίωσης τιμών των ενδοομιλικών συναλλαγών

Ανάλυση  Πλεονεκτήματων και μειονεκτήματων της κάθε μεθόδου τιμολόγησης

Το Κεφάλαιο 2 των Κατευθυντήριων Γραμμών του ΟΟΣΑ σχετικά με την Ενδοομιλική Τιμολόγηση των Επιχειρήσεων (έκδοση Ιούλιος 2010) παρουσιάζει τις μεθόδους που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να διαπιστωθεί κατά πόσο οι όροι που επιβάλλονται στις εμπορικές ή οικονομικές σχέσεις μεταξύ «συνδεδεμένων» επιχειρήσεων είναι σύμφωνες με την αρχή των ίσων αποστάσεων.

Οι τελευταίες διακρίνονται σε παραδοσιακές και συναλλακτικές.

Οι παραδοσιακές μέθοδοι είναι:

1.Μέθοδος της συγκρίσιμης μη ελεγχόμενης τιμής (Comparable Uncontrolled Price, CUP),

2.Μέθοδος της τιμής μεταπώλησης (Resale Price Method, RPM) και

3.Μέθοδος του κόστους πλέον του περιθωρίου κέρδους (Cost Plus Method, CPM).

Οι συναλλακτικές μέθοδοι είναι:

1. Μέθοδος του καθαρού περιθωρίου κέρδους συναλλαγής (Transactional Net Margin Method, TNMM) και

2.Μέθοδος επιμερισμού των κερδών (Transactional Profit Split Method, PSM).

Κρίνεται ότι οι παραδοσιακές μέθοδοι είναι καλύτερες από τις συναλλακτικές, ωστόσο οι κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ δεν επιβάλλουν τη χρησιμοποίηση οπωσδήποτε κάποιας ως καλύτερης από τις άλλες. Μάλιστα οι επιχειρήσεις θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν και «άλλες» μεθόδους οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ.

Μία ακόμη διάκριση των χρησιμοποιούμενων μεθόδων είναι οι μονόπλευρες και οι αμφίπλευρες μέθοδοι. Οι πρώτες εξετάζουν τις συναλλαγές μεταξύ «συνδεδεμένων» μερών μόνο από την πλευρά του ενός συναλλασσόμενου μέρους, συνήθως αυτού με την πιο απλή δομή και τις πιο απλές λειτουργίες, ενώ οι αμφίπλευρες εξετάζουν τις συναλλαγές μεταξύ «συνδεδεμένων» μερών λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα που έχουν από την πλευρά του αγοραστή και του πωλητή αντίστοιχα. Οι τρείς παραδοσιακές μέθοδοι και η πρώτη από τις συναλλακτικές μεθόδους αποτελούν μονόπλευρες μεθόδους, ενώ η μέθοδος επιμερισμού των κερδών ανήκει στην κατηγορία των αμφίπλευρων μεθόδων.

Παρακάτω παρουσιάζονται οι μέθοδοι καθορισμού των τιμών ενδοομιλικών συναλλαγών και περιγράφονται τα κυριότερα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματά τους. Τέλος, γίνεται μια αντιστοίχηση των καταλληλότερων μεθόδων που πρέπει να επιλέγονται κατά την τεκμηρίωση των ενδοομιλικών συναλλαγών, ανά κατηγορία «συνδεδεμένων» (ελεγχόμενων) επιχειρήσεων και ελεγχόμενων συναλλαγών.

Η μέθοδος της συγκρίσιμης μη ελεγχόμενης τιμής συγκρίνει την τιμή που χρεώνεται για την πώληση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών μεταξύ «συνδεδεμένων» επιχειρήσεων (ελεγχόμενη συναλλαγή) με την τιμή που χρεώνεται για την πώληση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών σε μη ελεγχόμενες συναλλαγές (δηλαδή συναλλαγές μεταξύ μιας «συνδεδεμένης» επιχείρησης με μία ανεξάρτητη επιχείρηση ή συναλλαγές μεταξύ τρίτων ανεξάρτητων επιχειρήσεων), πάντα σε συγκρίσιμες συνθήκες, που λαμβάνουν υπόψη τους παράγοντες συγκρισιμότητας που αναφέρθηκαν παραπάνω. Η ύπαρξη διαφορών μεταξύ της τιμής στην ελεγχόμενη συναλλαγή και στη μη ελεγχόμενη συναλλαγή θα μπορούσε να σημαίνει πως οι όροι που έχουν επιβληθεί στις εμπορικές και οικονομικές συναλλαγές της συνδεδεμένης επιχείρησης δεν συνάδουν με την «αρχή των ίσων αποστάσεων».

Για την εφαρμογή της αναφερόμενης μεθόδου θα πρέπει να ικανοποιείται μία εκ των δύο προϋποθέσεων:

– Καμία διαφορά στις συναλλαγές που συγκρίνονται ή στο είδος των συμβαλλόμενων μερών της δεν θα πρέπει να έχει ουσιώδη επίδραση στην τιμή του αγαθού ή της υπηρεσίας ή

– Σχετικά ακριβείς προσαρμογές μπορούν να γίνουν ώστε να εξαλειφθούν αυτές οι διαφορές.

Η μέθοδος αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη σύγκριση συναλλαγών με βάση εσωτερικά συγκρίσιμες ή εξωτερικά συγκρίσιμες συναλλαγές.

Πλεονεκτήματα

Η μέθοδος της συγκρίσιμης μη ελεγχόμενης τιμής αποτελεί τον πιο άμεσο και αξιόπιστο τρόπο για να εξεταστεί αν οι συναλλαγές μεταξύ «συνδεδεμένων» επιχειρήσεων είναι σύμφωνες με την αρχή των ίσων αποστάσεων. Μάλιστα, είναι προτιμότερη από όλες τις άλλες μεθόδους στην περίπτωση που μπορεί να εφαρμοστεί με την ίδια αξιοπιστία με τις υπόλοιπες.

Μειονεκτήματα

 Ωστόσο, μπορεί να είναι δύσκολο να βρεθεί συναλλαγή μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων η οποία να είναι αρκετά παρόμοια με μια ελεγχόμενη συναλλαγή ώστε καμία διαφορά να μην έχει ουσιώδη επίδραση στην τιμή των αγαθών που πωλούνται και των υπηρεσιών που παρέχονται. Τα χαρακτηριστικά του προϊόντος ή της υπηρεσίας που θα πρέπει να είναι όμοια σύμφωνα με τον πρώτο παράγοντα συγκρισιμότητας αποτελούν μια αυστηρή συνθήκη, η οποία δεν συναντάται, καθώς οποιαδήποτε διαφορά στα χαρακτηριστικά του προϊόντος ή της υπηρεσίας μπορεί να έχει ουσιώδη επίδραση στην τιμή. Σε αυτή την περίπτωση δεν είναι πάντα δυνατές κατάλληλες προσαρμογές για την εξάλειψη αυτής της διαφοράς.

Η μέθοδος της τιμής μεταπώλησης ξεκινά υπολογίζοντας την τιμή στην οποία θα μεταπωληθεί ένα προϊόν σε κάποια ανεξάρτητη επιχείρηση, το οποίο έχει αγοραστεί από μία «συνδεδεμένη» (ελεγχόμενη) επιχείρηση. Αυτή η τιμή (τιμή μεταπώλησης) μειώνεται στη συνέχεια με ένα κατάλληλο μεικτό περιθώριο κέρδους (το περιθώριο μεταπώλησης), δεδομένων των μεικτών περιθωρίων σε συγκρίσιμες μη ελεγχόμενες συναλλαγές, αντιπροσωπεύοντας το ποσό κέρδους που θα ήθελε να εξασφαλίσει ο μεταπωλητής (διανομέας) για να καλύψει το κόστος των πωληθέντων και τα λειτουργικά του έξοδα, σε συνδυασμό με την επίτευξη ενός ποσοστού κέρδους ανάλογα με τον κίνδυνο που αναλαμβάνει και τις λειτουργίες που επιτελεί. Η τιμή που μένει μετά την αφαίρεση του μεικτού περιθωρίου κέρδους θεωρείται ως σύμφωνη με την «αρχή των ίσων αποστάσεων» για τις συναλλαγές μεταξύ των «συνδεδεμένων» μερών. Στη συνέχεια, κατά την εφαρμογή της μεθόδου το μεικτό περιθώριο που εισπράττεται από τον μεταπωλητή (διανομέα) σε μία ελεγχόμενη συναλλαγή συγκρίνεται με το μεικτό περιθώριο που εισπράττεται σε εσωτερικά ή εξωτερικά συγκρίσιμες μη ελεγχόμενες συναλλαγές.

Η μέθοδος της τιμής μεταπώλησης είναι χρήσιμη όταν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις μεταπώλησης προϊόντων ή παροχή υπηρεσιών μάρκετινγκ, όπως αυτές που παρέχονται από εταιρίες διανομής.

Πλεονεκτήματα

Το πλεονέκτημα που παρουσιάζει αυτή η μέθοδος αφορά στο γεγονός ότι συγκρίνει μεικτά περιθώρια κέρδους, αντί για τιμές. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ότι λιγότερες προσαρμογές θα πρέπει να λάβουν χώρα ώστε να εξαλειφθούν οι διαφορές στα χαρακτηριστικά των προϊόντων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην τιμή. Μάλιστα, οι μικρές διαφορές στα χαρακτηριστικά των προϊόντων είναι λιγότερο πιθανό να έχουν σημαντική επίδραση στα μεικτά περιθώρια κέρδους από όσο έχουν στην τιμή. Με αυτό τον τρόπο η μέθοδος της τιμής μεταπώλησης θα μπορούσε να δώσει μια πιο αξιόπιστη μέτρηση των συνθηκών που επικρατούν στην ελεύθερη αγορά από τη μέθοδο της συγκρίσιμης μη ελεγχόμενης τιμής.

Μειονεκτήματα 

Παρά το γεγονός ότι τα μεικτά περιθώρια κέρδους δεν επηρεάζονται σημαντικά από τις διαφορές στα χαρακτηριστικά των προϊόντων, η αξιοπιστία τους στη χρήση της μεθόδου της τιμής μεταπώλησης μπορεί να επηρεαστεί αν υπάρχουν διαφορές στον τρόπο με τον οποίο «συνδεδεμένες» και ανεξάρτητες επιχειρήσεις πραγματοποιούν τις δραστηριότητές τους. Αυτές οι διαφορές θα μπορούσαν να επηρεάσουν το επίπεδο του κόστους που έχει ληφθεί υπόψη, λόγω των διαφορών στην αποδοτικότητα των επιχειρήσεων, οι οποίες δεν επηρεάζουν κατ’ ανάγκη την τιμή του προϊόντος που πρόκειται να μεταπωληθεί. Επιπλέον θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η συγκρισιμότητα των λειτουργιών που επιτελούνται από τα συμβαλλόμενα μέρη, καθώς μεταπωλητές που συμβάλλουν σημαντικά στην αύξηση της αξίας του προϊόντος που μεταπωλούν, θα απαιτήσουν μεγαλύτερα μεικτά περιθώρια κέρδους, από εκείνους που απλά διανέμουν το προϊόν (πράκτορες).

Σε κάθε περίπτωση αν οι ακολουθούμενες λογιστικές πρακτικές διαφέρουν μεταξύ της ελεγχόμενης και μη ελεγχόμενης συναλλαγής μεταξύ επιχειρήσεων θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι έχουν περιληφθεί τα ίδια είδη δαπανών στον υπολογισμό του μεικτού περιθωρίου κέρδους.

Η μέθοδος του κόστους πλέον του περιθωρίου κέρδους ξεκινά με τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από τον παραγωγό των αγαθών ή προμηθευτή των υπηρεσιών σε μία ελεγχόμενη συναλλαγή για τη μεταβίβαση αγαθών ή υπηρεσιών σε «συνδεδεμένο» αγοραστή. Ένα κατάλληλο περιθώριο κέρδους προστίθεται στη συνέχεια σε αυτό το κόστος που αρμόζει στις λειτουργίες που πραγματοποιήθηκαν, τους κινδύνους που αναλήφθηκαν  και τις συνθήκες της αγοράς. Το άθροισμα του περιθωρίου κέρδους και των δαπανών μπορεί να θεωρηθεί ως η τιμή που συνάδει με την «αρχή των ίσων αποστάσεων» για την ελεγχόμενη συναλλαγή. Αυτό το άθροισμα στη συνέχεια συγκρίνεται με το κέρδος που καρπώνεται ο παραγωγός των αγαθών ή προμηθευτής των υπηρεσιών σε συγκρίσιμες συναλλαγές με ανεξάρτητες επιχειρήσεις (εσωτερικά συγκρίσιμες) ή σε συγκρίσιμες συναλλαγές μεταξύ άλλων ανεξάρτητων επιχειρήσεων (εξωτερικά συγκρίσιμες).

Ως εκ τούτου κατά την εφαρμογή της μεθόδου κόστους πλέον περιθωρίου κέρδους το μεικτό περιθώριο που εισπράττεται από τον προμηθευτή (παραγωγό) σε μία ελεγχόμενη συναλλαγή συγκρίνεται με το μεικτό περιθώριο που εισπράττεται σε εσωτερικά ή εξωτερικά συγκρίσιμες μη ελεγχόμενες συναλλαγές.

Η μέθοδος κόστους πλέον περιθωρίου κέρδους είναι χρήσιμη σε περιπτώσεις παραγωγής προϊόντων από παραγωγούς και παροχής υπηρεσιών από προμηθευτές. Μάλιστα, θα πρέπει να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που ο παραγωγός των αγαθών ή προμηθευτής των υπηρεσιών δεν συνεισφέρει στην παραγωγή τους με μοναδικά άυλα περιουσιακά στοιχεία ή αναλαμβάνει ασυνήθιστα υψηλούς κινδύνους, διότι έτσι δεν επιτυγχάνεται επαρκής συγκρισιμότητα των υπό εξέταση συναλλαγών.

Πλεονεκτήματα

Τα πλεονεκτήματα της μεθόδου κόστους πλέον περιθωρίου κέρδους είναι παρόμοια με της μεθόδου τιμής μεταπώλησης καθώς διαφορές στα χαρακτηριστικά των προϊόντων είναι λιγότερο πιθανό να έχουν τόσο σημαντική επίδραση στα μεικτά περιθώρια κέρδους από όσο έχουν στην τιμή, επομένως η μέθοδος κόστους πλέον περιθωρίου κέρδους θα μπορούσε να δώσει μια πιο αξιόπιστη μέτρηση των συνθηκών που επικρατούν στην ελεύθερη αγορά από τη μέθοδο της συγκρίσιμης μη ελεγχόμενης τιμής.

Μειονεκτήματα

Τα μειονεκτήματα της μεθόδου κόστους πλέον περιθωρίου κέρδους έχουν να κάνουν με το σωστό καθορισμό του κόστους μεταξύ ελεγχόμενων και μη ελεγχόμενων συναλλαγών και είναι παρόμοια με τα μειονεκτήματα της μεθόδου τιμής μεταπώλησης καθώς θα πρέπει να υπάρχουν ταυτόσημες λογιστικές πρακτικές στη διαχείριση των ειδών δαπανών, στον υπολογισμό του μεικτού περιθωρίου κέρδους, μεταξύ της ελεγχόμενης και μη ελεγχόμενης συναλλαγής μεταξύ επιχειρήσεων ώστε να διασφαλίζεται συνέπεια κατά τη σύγκρισή τους.

Η μέθοδος του καθαρού περιθωρίου κέρδους συναλλαγής εξετάζει τα καθαρά κέρδη ενός φορολογούμενου από μια ελεγχόμενη συναλλαγή συγκρίνοντάς τα με τα καθαρά κέρδη που θα είχε ο φορολογούμενος από εσωτερικά ή εξωτερικά συγκρίσιμες συναλλαγές. Υπάρχουν δύο συνήθεις χρησιμοποιούμενες παραλλαγές της μεθόδου ανάλογα με τη στάθμιση των κερδών που πραγματοποιείται κάθε φορά. Όταν τα καθαρά κέρδη σταθμίζονται σε σχέση με τις πωλήσεις, δημιουργώντας το δείκτη καθαρών κερδών προς τις πωλήσεις, τότε η μέθοδος του καθαρού περιθωρίου κέρδους συναλλαγής προσιδιάζει με τη μέθοδο της τιμής μεταπώλησης, με τη διαφορά ότι λαμβάνονται υπόψη τα καθαρά κέρδη αντί για τα μεικτά. Όταν τα καθαρά κέρδη σταθμίζονται σε σχέση με τα κόστη, δημιουργώντας το δείκτη καθαρών κερδών προς τα κόστη, τότε η μέθοδος του καθαρού περιθωρίου κέρδους συναλλαγής προσιδιάζει με τη μέθοδο του κόστους πλέον περιθωρίου κέρδους, με τη διαφορά ότι λαμβάνονται υπόψη τα καθαρά κέρδη αντί για τα μεικτά.

Η μέθοδος του καθαρού περιθωρίου κέρδους συναλλαγής που σταθμίζει τα καθαρά κέρδη με τις πωλήσεις χρησιμοποιείται συνήθως σε περιπτώσεις μεταπώλησης προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών μάρκετινγκ, όπως αυτές που παρέχονται από εταιρίες διανομής, και η μέθοδος του καθαρού περιθωρίου κέρδους συναλλαγής που σταθμίζει τα καθαρά κέρδη με τα κόστη χρησιμοποιείται συνήθως σε περιπτώσεις παραγωγής προϊόντων από παραγωγούς και παροχής υπηρεσιών από προμηθευτές.

Κατά την επιλογή της καταλληλότερης παραλλαγής της μεθόδου του καθαρού κέρδους συναλλαγής θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι λειτουργικές ομοιότητες των συμβαλλόμενων μερών (λειτουργική ανάλυση) παρά οι ομοιότητες των παραγόμενων ή διανεμόμενων προϊόντων και υπηρεσιών.

Πλεονεκτήματα

 Ένα από τα κύρια πλεονεκτήματα της μεθόδου καθαρού περιθωρίου κέρδους συναλλαγών είναι ότι τα περιθώρια καθαρών κερδών δεν επηρεάζονται από διαφορές στα χαρακτηριστικά των προϊόντων, όπως αυτές επηρεάζουν την τιμή κατά την εφαρμογή της μεθόδου της συγκρίσιμης μη ελεγχόμενης τιμής. Επιπρόσθετα, δεν επηρεάζονται από λειτουργικές διαφορές που συναντώνται μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών. Οι λειτουργικές διαφορές συνήθως αντικατοπτρίζονται στα διαφορετικά λειτουργικά έξοδα των επιχειρήσεων, τα οποία μεταβάλλουν άμεσα τους δείκτες μεικτού περιθωρίου, αφήνοντας τους δείκτες καθαρού περιθωρίου χωρίς αξιόλογη μεταβολή.

Επιπρόσθετα, λόγω έλλειψης ακρίβειας στον υπολογισμό του κόστους (κατάτμησης του κόστους) από δημοσιευμένα στοιχεία των επιχειρήσεων ο υπολογισμός συγκρίσιμων δεικτών μεικτού περιθωρίου καθίσταται αρκετά δυσχερής. Έτσι, η χρήση μεθόδων καθαρού περιθωρίου ενδεχομένως να έλυνε το πρόβλημα.

Μειονεκτήματα

Το κυριότερο μειονέκτημα της μεθόδου καθαρού περιθωρίου κέρδους συναλλαγών είναι ότι πολλοί παράγοντες, που μπορεί να μην σχετίζονται με τις ενδοομιλικές συναλλαγές, μπορεί να επηρεάζουν τα καθαρά κέρδη μιας ελεγχόμενης επιχείρησης.

Η μέθοδος επιμερισμού των κερδών είναι μία αμφίπλευρη μέθοδος για την ενδοομιλική τιμολόγηση των επιχειρήσεων. Αρχικά προσδιορίζει τα κέρδη που επιμερίζονται στις «συνδεδεμένες» επιχειρήσεις από τις ελεγχόμενες συναλλαγές μεταξύ τους και στη συνέχεια τα επιμερίζει σε οικονομική βάση που προσεγγίζει τον επιμερισμό των κερδών που θα αναμένονταν από συμβάσεις μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων σε συνθήκες που ισχύει η «αρχή των ίσων αποστάσεων». Στην ουσία τα επιμεριζόμενα κέρδη μεταξύ των επιχειρήσεων σε ελεγχόμενες συναλλαγές αντιστοιχίζονται στην κατά αναλογία εισφορά της κάθε επιχείρησης στη συναλλαγή. Η οικονομική βάση μπορεί να καθοριστεί από στοιχεία της αγοράς, δηλαδή από επιμερισμό των κερδών μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων σε μη ελεγχόμενες συναλλαγές μεταξύ τους (εξωτερικά συγκρίσιμα στοιχεία).

Ωστόσο, ο εν λόγω επιμερισμός μπορεί να γίνει και από εσωτερικά συγκρίσιμα στοιχεία.

Πλεονεκτήματα

Το κύριο πλεονέκτημα της μεθόδου επιμερισμού των κερδών είναι πως μπορεί να προσφέρει μια ολοκληρωμένη λύση για λειτουργίες των επιχειρήσεων στις περιπτώσεις που μια μονόπλευρη μέθοδος δεν θα ήταν κατάλληλη. Αυτό ισχύει για την περίπτωση που τα δύο συμβαλλόμενα μέρη μιας συναλλαγής συμβάλουν με μοναδικό τρόπο στη συναλλαγή, π.χ. στην παροχή μοναδικών άυλων αγαθών, καθώς σε μία τέτοια περίπτωση τα συμβαλλόμενα μέρη μπορεί να επιθυμούν να μοιραστούν τα κέρδη από τη συναλλαγή σε αναλογία των αντίστοιχων εισφορών τους στη συναλλαγή. Αξιολογούνται και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη κατά τη συνεισφορά τους στη συναλλαγή, με αποτέλεσμα να μη λαμβάνονται υπόψη τα κέρδη μόνο της μίας (ελεγχόμενης) επιχείρησης.

Επιπρόσθετα, η μέθοδος επιμερισμού των κερδών προσφέρει ευελιξία στην ανάλυση, καθώς λαμβάνει υπόψη τα ειδικά, μοναδικά χαρακτηριστικά των συναλλαγών μεταξύ «συνδεδεμένων» επιχειρήσεων, τα οποία δεν υπάρχουν κατά τις συναλλαγές μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, συμπεριλαμβάνοντας όμως τη συμπεριφορά των ανεξάρτητων επιχειρήσεων σε παρόμοιες συναλλαγές και συνθήκες, υπό το πρίσμα της «αρχής των ίσων αποστάσεων».

Μειονεκτήματα

Η μέθοδος επιμερισμού των κερδών δε θα ήταν κατάλληλη αν κάποιο από τα συμβαλλόμενα μέρη επιτελεί απλές λειτουργίες στη συναλλαγή και δε συνεισφέρει μοναδικά, πχ. μέσω μοναδικών άυλων αγαθών, στη συναλλαγή.

Επιπρόσθετα, δεν είναι εύκολο να αντληθούν στοιχεία συμπεριφοράς ανεξάρτητων επιχειρήσεων κατά τον επιμερισμό κερδών από συγκρίσιμες συναλλαγές. Πιθανόν να υπάρχει δυσκολία πρόσβασης σε πληροφορίες σχετικά με τον επιμερισμό των κερδών μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων. Ακόμη, ίσως να είναι δύσκολο να μετρηθούν συνδυασμένα έσοδα και έξοδα, για τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις κατά την ελεγχόμενη συναλλαγή, η οποία θα απαιτεί τη χρήση κοινών λογιστικών πρακτικών μεταξύ «συνδεδεμένων» ημεδαπών και αλλοδαπών επιχειρήσεων.

Επιλογή της καταλληλότερης μεθόδου τεκμηρίωσης ενδοομιλικών συναλλαγών

Η επιλογή της καταλληλότερης μεθόδου σκοπεύει στην αναζήτηση της κατάλληλης μεθόδου τεκμηρίωσης ενδοομιλικών συναλλαγών, εξετάζοντας τα δεδομένα κάθε συγκεκριμένης συναλλαγής και του είδους των επιτελούμενων λειτουργιών των συμβαλλόμενων μερών. Καμία μέθοδος δεν είναι κατάλληλη για κάθε περίπτωση και δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι κάποια μέθοδος δεν είναι κατάλληλη για τις εκάστοτε συνθήκες.

 

Η διαδικασία επιλογής της κατάλληλης μεθόδου λαμβάνει υπόψη της τα ακόλουθα τέσσερα (4) κριτήρια:

  1. Την καταλληλότητα κάθε μεθόδου λαμβάνοντας υπόψη τη λειτουργική ανάλυση της ελεγχόμενης συναλλαγής και επιχείρησης.
  2. Το βαθμό συγκρισιμότητας μεταξύ ελεγχόμενων και μη ελεγχόμενων συναλλαγών, λαμβανομένων υπόψη και των αναγκαίων προσαρμογών που θα πρέπει να λάβουν χώρα κατά την εφαρμογή της επιλεγόμενης μεθόδου.
  3. Τη διαθεσιμότητα αξιόπιστων πληροφοριών που χρειάζονται για την εφαρμογή της κάθε μεθόδου.
  4. Τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της κάθε εφαρμοζόμενης μεθόδου.

Για τις περιπτώσεις που δύο ή περισσότερες μέθοδοι πληρούν τα προηγούμενα κριτήρια, οι παραδοσιακές προτιμούνται έναντι των συναλλακτικών, κατά τη σειρά παρουσίασής τους στο παρόν κείμενο.

Ακολουθεί πίνακας ο οποίος συνοψίζει την επιλογή της καταλληλότερης μεθόδου υπολογισμού του εύρους τιμών και περιθωρίων κέρδους που είναι σύμφωνα με την «αρχή των ίσων αποστάσεων», κατά την τεκμηρίωση των συναλλαγών μεταξύ «συνδεδεμένων» επιχειρήσεων.

 

Δεδομένα Η καλύτερη μέθοδος (από την πρώτη καλύτερη προς τη δεύτερη καλύτερη κλπ.)
Η μέθοδος της συγκρίσιμης μη ελεγχόμενης τιμής εφαρμόζεται με την ίδια αξιοπιστία με οποιαδήποτε άλλη. Μέθοδος της συγκρίσιμης μη ελεγχόμενης τιμής (CUP).
Όταν το ένα συμβαλλόμενο μέρος στη συναλλαγή επιτελεί μη μοναδικές λειτουργίες (κατασκευαστής, διανομέας, υπηρεσίες για τις οποίες υπάρχουν συγκρίσιμες συναλλαγές) και δεν συμβάλει μοναδικά στην συναλλαγή (π.χ. δηλαδή δεν παρέχει ένα μοναδικό άυλο αγαθό). §  Επιλέγονται μονόπλευρες μέθοδοι.

§  Η επιλογή του ελεγχόμενου μέρους της συναλλαγής γίνεται με βάση το μέρος που επιτελεί τις πιο απλές λειτουργίες.

Η ελεγχόμενη επιχείρηση είναι ο πωλητής (π.χ. κατασκευαστής ή προμηθευτής). §  Μέθοδος του Κόστους πλέον του Περιθωρίου Κέρδους (CPM).

§  Μέθοδος του Καθαρού Περιθωρίου Κέρδους Συναλλαγής – TNMM (σταθμισμένη στο κόστος, Net Cost Plus).

Αν μπορούν να εφαρμοστούν και οι δύο αξιόπιστα εφαρμόζεται η πρώτη.

Η ελεγχόμενη επιχείρηση είναι ο αγοραστής (π.χ. διανομέας ή πάροχος υπηρεσιών marketing). §  Μέθοδος της Τιμής Μεταπώλησης (RPM).

§  Μέθοδος του Καθαρού Περιθωρίου Κέρδους Συναλλαγής – TNMM (σταθμισμένη στα κέρδη, Return on Sales).

Αν μπορούν να εφαρμοστούν και οι δύο αξιόπιστα εφαρμόζεται η πρώτη.

Όταν το κάθε συμβαλλόμενο μέρος στη συναλλαγή επιτελεί μοναδικές λειτουργίες και συμβάλει μοναδικά στην συναλλαγή (π.χ. παρέχει ένα μοναδικό άυλο αγαθό). §  Αμφίπλευρη Μέθοδος.

§  Μέθοδος Επιμερισμού των Κερδών (Transactional Profit Split Method).

 

Ενδοομιλικές ΣυναλλαγέςΕπιλέξτε μια από τις παρακάτω κατηγορίες Ενδοομιλικών Συναλλαγών

Η E.F.M. σας προσφέρει λύσεις με εγγυημένη πιστοποίηση ποιότητας βάση Ευρωπαϊκών Standards